Τετάρτη 26 Ιανουαρίου 2011

ΤΟ ΕΠΩΝΥΜΟ «ΓΟΥΛΑΣ»

(vasgoulas@gmail.com)

ΓΕΝΙΚΑ ΠΕΡΙ ΕΠΩΝΥΜΟΥ.
Η λέξη επώνυμο είναι σύνθετη από την πρόθεση επί και το ουσιαστικό όνομα (επί+όνομα). Επομένως, όπως και η ίδια δηλώνει, αποτελεί πρόσθετο όνομα στο κυρίως όνομα του προσώπου (το μικρό) και με τη χρησιμοποίησή του προσδιορίζεται η οικογενειακή καταγωγή του συγκεκριμένου ατόμου. Στην πράξη, δηλαδή, είναι το οικογενειακό όνομα του προσώπου σε αντιδιαστολή προς το κύριο όνομά του.
Οι λόγοι που επέβαλαν στις ανθρώπινες κοινωνίες την καθιέρωση επωνύμου δίπλα στο κύριο όνομα είναι κατ’ αρχήν καθαρώς πρακτικοί. Από τη στιγμή, δηλαδή , που οι ανθρώπινες κοινωνίες άρχισαν να διευρύνονται και τα άτομα που τις αποτελούσαν να πολλαπλασιάζονται, το κύριο όνομα δεν ήταν πια αρκετό από μόνο του να προσδιορίζει ένα άτομο. Κι’ αυτό, γιατί το ίδιο κύριο όνομα το έφεραν πολλά άτομα και, ως εκ τούτου, δημιουργείτο σύγχυση ανάμεσα στα μέλη της κοινωνίας σχετικά με το άτομο στο οποίο αναφερόταν η επίκληση ενός ονόματος. Προέκυψε, λοιπόν, η ανάγκη να βρεθεί ένας τρόπος σαφούς διάκρισης και προσδιορισμού των ατόμων, ώστε να εκλείψει αυτή η σύγχυση. Έτσι καθιερώθηκε το επώνυμο το οποίο προσδιόριζε την οικογενειακή καταγωγή του ατόμου. Πέρα, όμως, από τους πρακτικούς λόγους, η καθιέρωση του επωνύμου επιβλήθηκε με την πάροδο των χρόνων και για λόγους νομικούς, όπως είναι η κατοχύρωση περιουσιακών και κληρονομικών δικαιωμάτων, η ρύθμιση εννόμων σχέσεων με άλλα φυσικά ή νομικά πρόσωπα, οι κοινωνικές σχέσεις κλπ. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, μέσω δηλ. του κυρίου ονόματος και του επωνύμου, το άτομο εξατομικεύεται στον εξωτερικό χώρο, αποτελεί ξεχωριστή προσωπικότητα και διακρίνεται από τα άλλα άτομα που συναποτελούν την ανθρώπινη κοινωνία.
Το επώνυμο σήμερα αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο της προσωπικότητας του ατόμου και ταυτόχρονα συνιστά δικαίωμα και υποχρέωση του. Όλοι οι άνθρωποι δικαιούνται και συγχρόνως υποχρεούνται να φέρουν επώνυμο, όπως και κύριο όνομα.
Τα επώνυμα στη χώρα μας κατατάσσονται σε διάφορες κατηγορίες, ανάλογα με το κριτήριο κατάταξης που χρησιμοποιεί κανείς. Σύμφωνα, πάντως, με τον Μανώλη Τριανταφυλλίδη με βάση το κριτήριο προέλευσης κατατάσσονται στις εξής κατηγορίες: α)πατρωνυμικά (π.χ. Γιάννης Δήμου από το Γιάννης του Δήμου), β)μητρωνυμικά (Γιάννης Μήτσαινας από το Γιάννης της Μήτσαινας), γ)εθνικά ( π.χ. Αρμένης), δ)πατριδωνυμικά (π.χ. Πολίτης=από την Πόλη), ε)παρατσούκλια (π.χ. Κοκκαλιάρης), στ)ξενικά οικογενειακά (π.χ.Φιξ).

ΠΡΟΕΛΕΥΣΗ ΤΟΥ ΕΠΩΝΥΜΟΥ «ΓΟΥΛΑΣ»
Ένα από τα επώνυμα που χρησιμοποιούντα στη χώρα μας είναι και το επώνυμο «Γούλας», το οποίο δεν είναι μεν ευρέως εν χρήσει, πλην, όμως, απαντάται σχεδόν σ’ όλα τα μέρη της πατρίδας μας, αλλά και σε άλλες χώρες. Από πού, όμως, προέρχεται το επώνυμο αυτό; Οι πιθανότερες εκδοχές είναι οι ακόλουθες:
Κατά την πρώτη από αυτές, το επώνυμο «Γούλας» οφείλει την προέλευσή του σε παρωνύμιο (παρατσούκλι). Συγκεκριμένα, προέρχεται από τη λέξη «γούλα», η οποία με τη σειρά της προέρχεται από τη λατινική λέξη «gula» (=οισοφάγος). Η προέλευση της εν λόγω ελληνικής λέξης από τη λατινική γίνεται ευρέως αποδεκτή από τους λεξικογράφους (βλ. σχετ. Ιστορικόν Λεξικόν της Νέας Ελληνικής της Ακαδημίας Αθηνών, Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας Γ. Μπαμπινιώτη, Λεξικόν της Ελληνικής Γλώσσης Δ. Δημητράκου, Λεξικό της Εγκυκλοπαίδειας Πάπυρος- Λαρούς- Μπριτάνικα κλπ.).
Στην ελληνική γλώσσα η λέξη «γούλα» απαντάται με διάφορες σημασίες. Στη Ζωολογία σημαίνει πτύχωση του οισοφάγου πολλών πτηνών σε σχήμα ασκού , στην οποία φυλάσσεται η τροφή για μετέπειτα αφομοίωση της ή για μάσημα της πριν από το τάισμα των νεογνών, ο οισοφάγος (Λεξικό Μπαμπινιώτη). Στην Αλιευτική ονομάζεται ο τελικός σάκκος της τράτας, μέσα στον οποίο οδηγούνται τα ψάρια και συλλαμβάνονται (Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια Δρανδάκη). Στη Φυτολογία ονομάζεται είδος τεύτλου και κατ’ επέκταση το γουλί διαφόρων λαχανικών (Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος-Λαρούς-Μπριτάνικα).
Άξιο ιδιαίτερης αναφοράς είναι οι έννοιες που αποδίδονται στη λέξη «γούλα» στο Ιστορικό Λεξικό της Ακαδημίας Αθηνών, όπως τις κατέγραψαν οι συντάκτες του στα διάφορα μέρη της Ελλάδας και εκτός αυτής ,όπου ζούσε ελληνικός πληθυσμός (Μικρά Ασία , Πόντος κλπ.). Μερικές από τις έννοιες αυτές, οι οποίες ξεπερνούν τις τριάντα , είναι οι ακόλουθες (μέσα σε παρένθεση φράσεις, παροιμίες κλπ. που συνέλεξαν οι συντάκτες του λεξικού και που τεκμηριώνουν την αντίστοιχη έννοια): α) ο πρόβολος των πτηνών (είναι γεμάτες οι γούλες των ορνίθω, η γούλη της κότας είναι πρησμένη), β) ο οισοφάγος και κατ’επέκταση ο στόμαχος ( κατεβάζει πολλά η γούλα του), γ) ο λαιμός εξωτερικά (έκοψαν τη γούλα του=το λαιμό του), δ) το στόμα ( έχει τη γούλα του ανοιχτή), ε) το άτομο (εφτά γούλες είμες απεσ’ ΄ς σο οσπίτ=εφτά άτομα είμαστε στο σπίτι), στ) η σιαγόνα ( ήτρωε με τσι δυό τζη γούλες ), ζ) η παρειά ( έχει μνιά γούλα ροδοκόκκινη σαν το ρόιδο), η) ο αδένας αμυγδαλή του λάρυγγα (πρηστήκανε οι γούλες μου), θ) ο λαιμός, το στόμιο διαφόρων αντικειμένων (βαν’ το χωνί αυτού ‘ς τη γούλ’ να ρίξω το μούστο), ι) η κοιλιά και γενικά το πεπτικό σύστημα του ανθρώπου ( όλο ρίχνει ‘ς τη γούλα του και δε χορταίνει), ιβ) ο αποφλοιωμένος βλαστός της κράμβης ή ο βλαστός και η βολβώδης ρίζα διαφόρων χόρτων ( καθάρισέ μου τη γούλα του φρύου απού μ’ αρέσει), ιγ) η λαιμαργία ( η γούλα τρώει το γουλά=τον πύργο, από τη γούλα σου έκαψες τη σακκούλα σου), ιδ) ως επίθετο( γούλας) ο λαίμαργος ( όλοι άτουνα γούλες είναι=όλοι αυτοί είναι λαίμαργοι), ιε) η πείνα, η όρεξη, η χαρά κλπ.
Η λέξη « γούλα» δεν απαντάται στην αρχαία ελληνική γραμματεία. Για πρώτη φορά, κατά τη γνώμη μου, απαντάται στο έργο του Ερωτιανού( έκδοση Nackmanson sel.65) «Των παρ’ Ιπποκράτει λέξεων συναγωγή», (όιος στόμαχος, γούλα προβάτου, όιος γαρ το πρόβατον. Κοινώς δε του ανθρώπου). Ο Ερωτιανός ήταν Έλληνας γραμματικός, πιθανόν Αλεξανδρινός, που έζησε κατά τον 1ο μ.Χ. αιώνα και έγραψε γλωσσάριο για τα έργα του Ιπποκράτη. Το έργο του αυτό αποτελεί ένα από τα σπουδαιότερα επιτεύγματα της ελληνικής λεξικογραφίας.
Στους Βυζαντινούς χρόνους η λέξη «γούλα» απαντάται στα «Πτωχοπροδρομικά», στα ποιήματα δηλ. που γράφθηκαν από το λόγιο του 12ου αιώνα Θεόδωρο Πρόδρομο ή Πτωχοπρόδρομο, και τα οποία απευθύνει στον αυτοκράτορα Ιωάννη Κομνηνό (ή στο γυιό του Μανουήλ) ζητώντας του χρηματική βοήθεια, λόγω της μεγάλης του φτώχειας (« και καν ψωμίν ο κηπουρός να χόρταινα και γούλας» βλπ. Ποίημα Α΄στχ.214). Επίσης απαντάται στο ποίημα «Διήγησις παιδιόφραστος των τετραπόδων ζώων» («έχουν το εις τα λάχανα, τα λέγουσιν οφρύγια και εις τας γούλας τας χοντράς, τας λέγουνε κουρούκλες» στχ. 601-602). Πέραν των ανωτέρω, απαντάται ακόμη και σε άλλα κείμενα, όπως στο ποίημα «Διήγησις ή Ριμάδα περί Βελισσαρίου ή Βελισσαρίου Μυθιστόρημα» που αναφέρεται στα κατορθώματα και στο τραγικό τέλος του σπουδαίου στρατηγού του Ιουστινιανού Βελισσαρίου (τυπώθηκε για πρώτη φορά στη Βενετία κατ’ άλλους το 1525 και κατ’ άλλους το 1548), στο ποίημα «Θανατικό της Ρόδου» του Ρόδιου ποιητή του 15ου αιώνα Εμμαμουήλ Λιμενίτη- Γεωργαλά («η γούλα και το πόρνευμα το ένα σύρει τα’ άλλο») κλπ.
Από τη «γούλα», λοιπόν, φαίνεται ότι προήλθε το παρωνύμιο ( παρατσούκλι) «γούλας», το οποίο αναφερόταν στο λαίμαργο άνθρωπο (όλοι άτουνα γούλες είναι=όλοι αυτοί είναι λαίμαργοι). Αναφερόταν, ακόμη, και στον καλοφαγά (είδες γούλα που την έχει) και στον ωραιοπρόσωπο (έχει μνιά γούλα ροδοκόκκινη σαν το ρόιδο). Με την πάροδο, όμως, των ετών το συγκεκριμένο παρωνύμιο απώλεσε την αρχική του σημασία (του λαίμαργου ή του καλοφαγά ή του ωραιοπρόσωπου) και κατέστη οικογενειακό επώνυμο, όπως, άλλωστε, συνέβη και με όλα τα επώνυμα που προέρχονται από παρωνύμια.
Κατά τη δεύτερη εκδοχή το επώνυμο «Γούλας» προέρχεται από το τοπωνύμιο «Γουλάς ή Γούλας». Τοπωνύμια με την ονομασία αυτή υπάρχουν σε πολλά μέρη της Ελλάδας (Κρήτη, Σαντορίνη, Μονεμβασία, Ήπειρος, Στερεά Ελλάδα κλπ.) και η προέλευση του ονόματός τους είναι, κατά την άποψή μου, καθαρά ελληνική, παρά τα αντιθέτως υποστηριζόμενα από πολλούς. Ότι, δηλαδή, η λέξη Γουλάς προέρχεται από την τουρκική λέξη kule.
Η δική μου άποψη είναι ότι προέρχεται από την ομηρική λέξη «λάας» που σημαίνει λίθος, πέτρα (Ιλ. Γ12, Ζ268, Οδ. Λ598, Ν163 κλπ.), η οποία αργότερα στους αττικούς συγγραφείς απαντάται ως συνηρημένος τύπος «λας» (Σοφ.Ο.Κ. 196 κλπ.). Με την ονομασία «Λάας» υπήρχε στη Λακωνία και στην περιοχή που σήμερα ονομάζεται λόφος του Πασσαβά πόλη, στην οποία αναφέρεται ο Όμηρος στη Ραψωδία Β΄(στίχοι 581-585) της Ιλιάδας, καθώς και ο Παυσανίας στα Λακωνικά του (ΧΙV.6-11) την οποία αποκαλεί Λας. Λόγο περί αυτής κάνει αργότερα (6ος μ.Χ. αιώνας) και ο Στέφανος Βυζάντιος, ο οποίος γράφει: «Κείται δε επί πέτρας υψηλής, διό και Λα καλείται.» βλ. Άννας Λιναρδάκη, Πασσαβάς-Λας-Χωσιάρι).
Μ ε το πέρασμα των χρόνων, οι ανάγκες της γλώσσας ανάγκασαν το λαό να προσθέσει μπροστά από το αρχικό γράμμα της λέξης λας το γράμμα γ κι’ έτσι, πλέον, αντί για τον τύπο λας χρησιμοποιείται ο τύπος γλας, με την ίδια πάντα σημασία: το λίθο, την πέτρα, το βραχώδες ύψωμα. Κάτι ανάλογο, άλλωστε, έγινε και με την αρχική λέξη λάρος που ο λαός για την εξυπηρέτηση της γλώσσας του τη μετέτρεψε με την προσθήκη στη αρχή του γράμματος γ σε γλάρος. Σπουδαία, από αρχαιολογικής άποψης, περίπτωση βραχώδους υψώματος με την ονομασία Γλας (Glas στη διεθνή Αρχαιολογία) είναι το βραχώδες ύψωμα στην άλλοτε λίμνη (και τώρα λεκανοπέδιο) Κωπαΐδας, όπου ανακαλύφθηκε πολύ μεγάλη και πολύ σημαντική μυκηναϊκή ακρόπολη (βλ. σχετ. λήμμα στην Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος-Λαρούς- Μπριτάνικα).
Για την ίδια αιτία (τη γλωσσική δηλ. εξυπηρέτηση), τα βραχώδη υψώματα που περιστοιχίζονταν από τείχη και αποτελούσαν φρούρια (Γλας) μετονομάσθηκαν από το λαό σε Γουλάς με την παρεμβολή μεταξύ του γ και του λ του δίφθογγου ου.
Από τη λέξη Γουλάς και με αναβιβασμό του τόνου προήλθε, κατά την εκδοχή αυτή, το επώνυμο Γούλας, κατ’ αναλογία του Σταύρος από το Σταυρός, του Χρίστος από το Χριστός, του Λάμπρος από το λαμπρός κλπ. και σημαίνει τον κάτοικο ή τον υπερασπιστή του Γουλά και κατ’ επέκταση τον γενναίο , τον δυνατό. Οι διαμένοντες- υπερασπιστές του Γουλά λέγονταν και Γουλιώτες. (βλέπε σχετ. και αναφορά του Δ. Πλαπούτα προς τον Πρόεδρο της Εθνικής Γενικής Συνελεύσεως στο Βιβλίο του Ανδρέα Μαμούκα «Τα κατά την αναγέννησιν της Ελλάδος, ήτοι Συλλογή των περί την αναγεννομένην Ελλάδα συνταχθέντων πολιτευμάτων, νόμων και άλλων επισήμων πράξεων από το 1821 μέχρι τέλους 1832»,τόμος 6ος ,σελ.38).
Κατά την τρίτην εκδοχή , το επώνυμο Γούλας προέρχεται από το βαπτιστικό όνομα Γεώργιος, από το οποίο προήλθε το χαϊδευτικό Γεωργούλας και από αυτό στη συνέχεια το επώνυμο Γούλας, με αποκοπή του πρώτου συνθετικού Γεωργ.
Περιπτώσεις ατόμων με το μικρό όνομα Γούλας, συναντάμε κυρίως στη Στερεά και Βόρεια Ελλάδα, καθώς και στην Ήπειρο. Ενδεικτικά αναφέρεται ο Γούλας Δράσκος, κλαφταρματωλός από την Πιερία, που συμμετείχε ενεργά στον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα κατά των Τούρκων, από τους οποίους εφονεύθη το 1824 στα Ψαρρά κατά την καταστροφή του ηρωικού νησιού.
Ποία από τις τρεις εκδοχές είναι πιο πιθανή; Κατά την άποψή μου και οι τρεις μπορούν να γίνουν αποδεκτές, με τη σκέψη ότι αλλού η προέλευση του συγκεκριμένου επωνύμου οφείλεται στην πρώτη, αλλού στη δεύτερη και αλλού στην τρίτη. Προσωπικά, πάντως, θεωρώ πιθανότερες την πρώτη και την δεύτερη.

ΧΡΟΝΟΣ ΚΑΙ ΤΟΠΟΣ ΕΜΦΑΝΙΣΗΣ

Το πότε και πού άρχισε να χρησιμοποιείται για πρώτη φορά το επώνυμο Γούλας είναι αδύνατον να προσδιορισθεί, όπως συμβαίνει και με τα άλλα επώνυμα. Άλλωστε, η καθιέρωση ενός επωνύμου είναι ένα ασήμαντο γεγονός, για το οποίο η ιστορία δεν έχει λόγο να ασχολείται, εκτός και αν πρόκειται για εξαιρετική περίπτωση που έχει να κάνει πρωτίστως με ιστορικό πρόσωπο. Μία αμυδρά, πάντως, ιδέα μπορούμε να πάρουμε είτε από τα όποια μεταγενέστερα γραπτά κείμενα υπάρχουν είτε από τη λαϊκή παράδοση.
1.- Οι πρώτες γραπτές πληροφορίες για το επώνυμο Γούλας.
Με βάση παλιά κείμενα που εντόπισε ο γράφων, πρόσωπα στη χώρα μας με το επώνυμο Γούλας υπήρχαν ήδη από το 1600 μ.Χ. Συγκεκριμένα στο βιβλίο « Νεαμονήσια» των ιεροδιδασκάλου Νικηφόρου και καθηγουμένου Γρηγορίου Φωτεινού, το οποίο εκδόθηκε στη Χίο το 1865 και περιέχει χρυσόβουλα, διαθήκες, πράξεις δωρεάς ή αγοραπωλησίας κλπ. της Ιεράς Νεάς Μονής Χίου αναφέρονται τα ονόματα των Νικόλα Γούλα (1652) στη σελ.214 και Δημητρίου Γούλα(1673) στη σελ.209, οι οποίοι χρησιμοποιήθηκαν ως μάρτυρες σε πράξεις της Μονής. Με βάση αυτά τα στοιχεία (ενδεχομένως να υπάρχουν και παλαιότερα τα οποία αγνοεί ο γράφων) και το γεγονός ότι αναφέρονται περισσότερα του ενός πρόσωπα κατά τους χρόνους εκείνους με το συγκεκριμένο επώνυμο, οδηγούμεθα αβίαστα στη σκέψη ότι το επώνυμο Γούλας πρέπει να ήταν σε χρήση και πριν από το 1600 μ.Χ.
Σto Internet και στην ιστοσελίδα Greek lastames-Ελληνικά επίθετα αναφέρονται ονοματεπώνυμα βυζαντινών αξιωματούχων, «των οποίων οι σφραγίδες έχουν βρεθεί από τη Σικελία, τη Βουλγαρία μέχρι και την Ουκρανία και αλλού». Μεταξύ των ονομάτων περιλαμβάνεται και το όνομα του Θεόφιλου Γούλα (11οςαιών), χωρίς, όμως, ο ερευνητής να αναφέρει τη συγκεκριμένη πηγή από την οποία άντλησε την πληροφορία αυτή.
Από την άλλη πλευρά, στη Γαλλία υπάρχουν στοιχεία ότι το επώνυμο Γούλας ήταν σε χρήση τουλάχιστον από τον 14ο μ.Χ. αιώνα. Τις σχετικές πληροφορίες μας τις δίδει ο Nikolas Goulas (1603-1683), τζέντελμαν του θαλάμου του Δούκα της Ορλεάνης, στο έργο του «Memoires et autres inedits». Στο έργο του αυτό ο Nikolas Goulas αναφέρεται, μεταξύ άλλων, και στο γενεαλογικό της οικογενείας του (από την οποία προήλθαν δικηγόροι στο κοινοβούλιο, σύμβουλοι στο Ελεγκτικό Συνέδριο κλπ.), ανατρέχοντας σε πρόσωπα που έζησαν με το ίδιο επώνυμο στα μέσα περίπου του 14ου αιώνα (Robert Goulas, Leonard Goulas κλπ.).
2.-Από πού ξεκίνησε το επώνυμο Γούλας.
• Ο Τάκης Κ. Γούλας που έχει ιδιαίτερα ασχοληθεί με το επώνυμο Γούλας και έχει κάνει περιοδείες σε πολλές περιοχές της χώρας μας ,όπου απαντάται το επώνυμο αυτό, και έχει καταγράψει τις τοπικές παραδόσεις, υποστηρίζει ότι για πρώτη φορά το συγκεκριμένο επώνυμο εμφανίζεται, σύμφωνα με την παράδοση, στην ορεινή ζώνη της κεντρικής και νότιας Πίνδου (Τζουμέρκα και Άγραφα). Σε αδημοσίευτη εργασία του που είχε την ευγενή καλοσύνη να μου στείλει, γράφει: «Ο ακριβής χρόνος εμφάνισης του επωνύμου δεν είναι γνωστός. Υπάρχουν ενδείξεις ότι κατά την εποχή της Ρωμαϊκής κυριαρχίας, 146 π.χ. και μετά χρησιμοποιείται στην περιοχή Δωδώνης-Μετσόβου-Συρράκου και αργότερα σε άλλες περιοχές της Ηπείρου και της υπόλοιπης Ελλάδας. Οι Γουλαίοι αναπτύχθηκαν πάρα πολύ στην περιοχή της Ηπείρου και με βάση τις περιοχές Συρράκου- Δωδώνης δημιούργησαν μεγάλο εμπόριο με τις γύρω περιοχές και τα γειτονικά κράτη προς βορρά (Αυστρία, Ρουμανία, Ουγγαρία, Ρωσσία) και τις αγορές Ανατολής και Δύσης…… Ο Αλή Πασάς κατήργησε τα προνόμια προς τους κατοίκους των περιοχών των ορεινών περασμάτων και τους ανάγκασε να εγκαταλείψουν την περιοχή τους. Κατόπιν αυτού άρχισε η μεγάλη έξοδός τους μαζί με άλλες φιλικές οικογένειες από την περιοχή (…………..) προς τις εξής κατευθύνσεις:
. Παραθαλάσσιες περιοχές της Ηπείρου: Πρέβεζα, Άρτα (Πέτα, Κομπότι κλπ.).
. Νότια Πίνδος: Καρπενήσι, Αγρίνιο, περιοχή Αγράφων.
. Μακεδονία, Γρεβενά, Κοζάνη, Βέροια, Θες/νίκη, Κιλκίς, Σέρρες, Νιγρίτα.
. Θράκη: Κομοτηνή.
. Θεσσαλία: Τρίκαλα, Πύλη, Μουζάκι, Καρδίτσα.».

Κατά την άποψή μου, το επώνυμο Γούλας εμφανίσθηκε το πρώτον στη Γαλλία και μεταφέρθηκε στην Ελλάδα κατά την περίοδο της Φραγκοκρατίας. Την περίοδο, δηλαδή, της κυριαρχίας επί των ελληνικών εδαφών των Φράγκων και γενικότερα των ευρωπαϊκών λαών που συμμετείχαν στις σταυροφορίες. Η εκδοχή αυτή στηρίζεται στα εξής δεδομένα: α) Η λέξη «γούλα», από την οποία κατά πάσαν πιθανότητα προήλθε το επώνυμο Γούλας, προέρχεται από τη λατινική λέξη gula, δηλ. από λέξη γλώσσας που είχε επηρεάσει και εμπλουτίσει σημαντικά τις γλώσσες των λαών της Δύσης. Αυτό μας οδηγεί στη σκέψη ότι η συγκεκριμένη λέξη (με ό,τι αυτή σήμαινε) μπορούσε πιο εύκολα να αποτελέσει τη βάση δημιουργίας παρωνυμίου και στη συνέχεια επωνύμου σε λαούς που την είχαν αιώνες πριν σε χρήση, παρά στον ελληνικό λαό, που σύμφωνα με τα προεκτεθέντα την ενέταξε στο λεξιλόγιό του στα τέλη του Μεσαίωνα, κατά την περίοδο δηλ. της Φραγκοκρατίας. β) Το επώνυμο Γούλας, σύμφωνα επίσης με τα προεκτεθέντα, ήταν εν χρήσει στη Γαλλία πριν εμφανισθεί στον ελληνικό χώρο. γ) Το εν λόγω επώνυμο απαντάται περισσότερο από κάθε άλλη πολιτεία των ΗΠΑ στη Λουιζιάνα, η οποία έγινε αποικία των Γάλλων το 1731.

Με βάση την προεκτεθείσα άποψη, το επώνυμο Γούλας μεταφέρθηκε στον ελλαδικό χώρο ευθύς εξ αρχής ως επώνυμο από τους Φράγκους και δεν προήλθε από παρωνύμιο. Η διάδοσή του δε σε διάφορα μέρη της Ελλάδας οφείλεται στην επιμειξία αυτών με γυναίκες της κατακτημένης χώρας, κατά το πλείστον βιαίως ενδεχομένως δε και οικειοθελώς σε ορισμένες περιπτώσεις. Από την επιμειξία αυτή προέκυψαν κυρίως οι λεγόμενοι γασμούλοι, νόθα τέκνα Φράγκων και Ελληνίδων, οι οποίοι ήσαν ιδιαιτέρως αξιόλογοι στρατιώτες, γιατί συνδύαζαν «την πρόνοιαν των Ελλήνων μετά της λατινικής ευθαρσίας» (βλ. Ουίλ. Μίλλερ : Ιστορία της Φραγκοκρατίας στην Ελλάδα τα, Α΄ σ.175). Τα παιδιά που γεννιούνταν από ένωση Φράγκων με Ελληνίδες φυσικό ήταν να ελάμβαναν το επώνυμο των πατεράδων τους, αν η ένωση ήταν νόμιμη, ή να έφεραν το επώνυμο του πατέρα τους ως παρωνύμιο (παρατσούκλι), αν επρόκειτο για γέννηση εκτός γάμου, που στη συνέχεια μετετράπη σε κανονικό επώνυμο. Έτσι παιδιά από πατεράδες με επώνυμο Γούλας (Goulas) απέκτησαν κι’ αυτά, είτε με τον ένα τρόπο είτε με τον άλλο, το ίδιο επώνυμο.

.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου