Σάββατο 8 Σεπτεμβρίου 2012

ΠΕΝΗΝΤΑ ΤΕΣΣΕΡΑ ΧΡΟΝΙΑ - ΕΝΑ ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ 

    Οκτώ (8) Σεπτεμβρίου. Εορτή της γέννησης της Θεοτόκου.
Εορτάζει ο ναός της Νέας Κορώνης και παράλληλα  γίνεται εμποροζωοπανήγυρη.
    Οκτώ (8) Σεπτεμβρίου 1958.
Τη μέρα αυτή έφυγα με λεωφορείο από το χωριό μου, φτωχό χωριατόπαιδο,  για να δώσω εισαγωγικές εξετάσεις στο Πανεπιστήμιο Αθηνών (Νομική- Θεολογία-Φιλολογία). Χωρίς φροντιστήρια, αλλά με πολύ διάβασμα κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού.
     Περνώντας έξω από τον εορτάζοντα ναό παρακάλεσα το Θεό και την Παναγία να με βοηθήσουν να πάω καλά στις εξετάσεις μου. Με τη βοήθειά τους πήγα πολύ καλά. Πέτυχα Νομική, Θεολογία και επιλαχών στη Φιλολογία.
    Οκτώ (8) Σεπτεμβρίου 2012.
Μετά από πενήντα τέσσερα χρόνια έτυχε να είμαι στο χωριό μου την ημέρα αυτή. Θεώρησα υπέρτατη υποχρέωσή μου να πάω στη Νέα Κορώνη να ευχαριστήσω, μέσα από τον εορτάζοντα ναό αυτή τη φορά, το Θεό και την Παναγία για τη βοήθειά τους. Μετά από 54 χρόνια ένα μεγάλο επιτόπιο ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ !

Πέμπτη 7 Ιουνίου 2012

                                                   ΚΡΑΤΟΣ - ΧΙΟΝΑΝΘΡΩΠΟΣ

          Τα καταφέραμε μια χαρά! Φτιάξαμε ένα κράτος-χιονάνθρωπο! Ένα κράτος που καθημερινά λιώνει όπως λιώνει ο χιονάνθρωπος στη θερμοκρασιακή αλλαγή του περιβάλλοντος. Χωρίς υποδομές, χωρίς θεμέλια, χωρίς αντανακλαστικά σύνδρομα, χωρίς δύναμη αντίστασης, χωρίς συνεκτικό ιστό, χωρίς ικμάδα, χωρίς ζωή!
             Αναμφίβολα την ευθύνη την έχουν οι πρωτομάστορες. Αυτοί που κυβέρνησαν τη χώρα, χωρίς να ξέρουν πως κυβερνιέται μια χώρα. Αυτοί που έθεσαν το προσωπικό τους συμφέρον πάνω από το συμφέρον του λαού και της πατρίδας. Αυτοί που με τις πράξεις ή τις παραλήψεις τους, τα λάθη ή τις σκόπιμες ενέργειές τους μας οδήγησαν εδώ που φτάσαμε.
       Όμως δεν φταίνε μόνον αυτοί. Φταίνε και οι πολιτικοί που δεν κυβέρνησαν. Γιατί δεν περιορίστηκαν μόνο στο να κρίνουν, να προτείνουν και να καταγγέλουν όσα στραβά και ανάποδα έκαναν οι κυβερνώντες. Αντέδρασαν ,και μάλιστα πολλές φορές με μανία, και σε όσα καλά έκαναν ή προσπάθησαν να κάμουν, αποσκοπώντας στα δικά τους μικροπολιτικά συμφέροντα κι αδιαφορώντας για το καλό της χώρας. Συνυπεύθυνοι, επομένως, κι αυτοί στο μέτρο που τους αναλογεί για τα χάλια μας.
            Συνυπεύθυνοι, ακόμη, για το κράτος-χιονάνθρωπο που φτιάξαμε είμαστε και όλοι εμείς. Όχι μόνο για τις επιλογές μας, αλλά και για τις καθημερινές μας συμπεριφορές. Μεγάλη μερίδα του λαού έχει τελείως στρεβλή εικόνα για τη δημοκρατία, για το νόμο, το δίκαιο, το ηθικό. Θεωρεί ως δημοκρατικό, νόμιμο, δίκαιο και ηθικό μόνο ό,τι εξυπηρετεί τα δικά της συμφέροντα. Ό,τι δεν τα εξυπηρετεί είναι αντιδημοκρατικό, παράνομο, άδικο και ανήθικο. Θεωρεί ότι έχει μόνο δικαιώματα και ξεχνά τις υποχρεώσεις της. Έτσι, δεν είναι μόνο το πολιτικό σύστημα που έχει σαπίσει. Έχει σαπίσει και η κοινωνία που αποτελεί το "άλας" της υπόστασης μας ως χώρας.. "Και αν το άλας μωρανθεί εν τίνι αλισθήσεται; ", όπως λέει και το Ευαγγέλιο.
            Το κράτος- χιονάνθρωπος είναι στο τέλος του. Καιρός να φτιάξουμε ένα καινούργιο κράτος χωρίς λαμόγια, αλλά και χωρίς λαοπλάνους. Και οι πρώτοι και οι δεύτεροι βλάπτουν εξ ίσου τη χώρα.
          

Παρασκευή 4 Μαΐου 2012


    170  ΧΡΟΝΙΑ
                          ΓΕΝΙΚΟ ΛΟΓΙΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ
         
          Λέγεται συχνά –και όχι άδικα – ότι το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους (ΓΛΚ) αποτελεί την καρδιά της κρατικής μηχανής. Κι αυτό, γιατί, όπως η καρδιά, έτσι και το Γενικό Λογιστήριο είναι επιφορτισμένο, κυρίως, να ρυθμίζει την κυκλοφορία (διάθεση) του αναγκαίου οξυγόνου (αναγκαίων πιστώσεων)  στους φορείς του Δημοσίου για την ύπαρξη και λειτουργία τους.
          Η ιστορία του ανατρέχει στη σύσταση του νεώτερου ελληνικού κράτους. Όμως, και πριν από τη σύστασή του ελληνικού κράτους οι πρωτεργάτες για την αποτίναξη του τουρκικού ζυγού είχαν διείδει και επισημάνει την αναγκαιότητα μιας τέτοιας υπηρεσίας. Ήδη ο Ρήγας Φερραίος στο συνταγματικό σχεδίασμα που συνόδευε την Προκήρυξή του προς τους Έλληνες το 1797 έκανε λόγο για «Θησαυροφυλάκιον του  Έθνους», το οποίο χαρακτήριζε ως το «μεσαίτατον κέντρον των εισοδημάτων και των εξόδων της δημοκρατίας». Ανάλογες προβλέψεις υπάρχουν και στα συνταγματικά κείμενα της Α΄, Β΄ και Γ΄ Εθνικής Συνέλευσης μεταξύ των ετών 1222-1827.
Εν τω μεταξύ,με θέσπισμα του Βουλευτικού της 14.7.1824 ιδρύεται το Εθνικό Ταμείο, στο οποίο ανατίθεται η είσπραξη των δημοσίων εσόδων και η ενέργεια των πληρωμών. Για τη  διαχείριση του ταμείου προβλέπεται τριμελής επιτροπή. Επί Καποδίστρια (διάταγμα 133/3.2.1828) το Εθνικό Ταμείο μετονομάζεται σε Γενικό Ταμείο και θεσπίζονται νέες διατάξεις για την τήρηση των βιβλίων του, την είσπραξη των δημοσίων εσόδων και την πληρωμή των δημοσίων δαπανών. Κατά το διάστημα αυτό η διαχείριση των οικονομικών της χώρας ανατίθεται στην Επιτροπή της Εθνικής Χρηματιστικής Τράπεζας.
Επί της Αντιβασιλείας του Όθωνα ελήφθησαν δύο μεγάλης σημασίας νομοθετικά μέτρα που είχαν σχέση με τα δημόσια οικονομικά. Το ένα είναι η ίδρυση του Ελεγκτικού Συνεδρίου (1833) και το άλλο ο Οργανισμός των Δημοσίων Ταμείων (1834). Πάντως, σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να γίνει λόγος για τάξη και ευρυθμία στα δημόσια οικονομικά. Αυτό, άλλωστε, ομολογείται και στην αιτιολογική έκθεση του διατάγματος με το οποίο συνεστήθη το Γενικό Λογιστήριο. Συγκεκριμένα αναφέρεται ότι «…η συγκέντρωσις του Δημοσίου Λογιστικού, ήτις κατά το Διάταγμα της 6/18 Φεβρουαρίου 1834 εγείνετο μέχρι τούδε παρά τω Γενικώ Ταμείω, δεν ενεργείται ευστόχως…»

Η ίδρυση του Γενικού Λογιστηρίου.
Το Γενικό Λογιστήριο, συνεστήθη το 1842 με  διάταγμα της 17 Σεπτεμβρίου «Περί συστάσεως Γενικού Λογιστηρίου παρά τη Γραμματεία των Οικονομιών» που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 23/6.10.1842. Στο άρθρο 1 του διατάγματος αυτού ορίζεται ότι «Συσταίνεται εντός της Ημετέρας επί των Οικονομικών Γραμματείας  Γενικόν Λογιστήριον υπό τας αμέσους διαταγάς του προϊσταμένου αυτής» και στη συνέχεια καθορίζονται οι αρμοδιότητες της νέας υπηρεσίας και ορίζεται το προσωπικό της. Αυτό αποτελείτο από 1 Διευθυντή, 2 Παρέδρους, 2 Υπουργικούς Γραμματείς α΄ τάξεως, 3 Υπουργικούς Γραμματείς β΄ τάξεως και 4 Γραφείς. Όμως κρίθηκε πολύ σύντομα ανεπαρκές κι έτσι το 1846 ο αριθμός των υπαλλήλων αυξήθηκε.
 Σημαντικός σταθμός στην ιστορία του Γενικού Λογιστηρίου και παράλληλα στη διοίκηση των δημοσίων εσόδων και τον έλεγχο των δημοσίων δαπανών απετέλεσαν το Διάταγμα της 15.10.1852 « προς εκτέλεσιν του περί λογιστικού νόμου…», το Διάταγμα της 15.10.1852 «περί της εσωτερικής υπηρεσίας του Γενικού Λογιστηρίου» και, ιδιαίτερα, ο νόμος ΣΙΒ΄ του 1851 «περί της διοικήσεως των δημοσίων εσόδων και εξόδων και περί  δημοσίου λογιστικού». Ο νόμος αυτός με ορισμένες τροποποιήσεις ίσχυσε μέχρι το 1969.
Με τα ανωτέρω νομοθετήματα ανετέθησαν σημαντικές αρμοδιότητες στο Γενικό Λογιστήριο πάνω σε θέματα διαχείρισης του δημοσίου πλούτου και εφαρμογής του δημοσίου λογιστικού. Ακόμη ανετέθη σ’ αυτό η κατάρτιση του ετήσιου προϋπολογισμού εσόδων-εξόδων του κράτους, η κατάρτιση του ετήσιου απολογισμού και η υποβολή αυτών στη Βουλή από τον Υπουργό Οικονομικών προς ψήφιση. Τέλος ρυθμίσθηκαν συστηματικά τα της εσωτερικής λειτουργίας του.
Με διατάγματα του 1864 και του 1866 το Γενικό Λογιστήριο αποτελεί ανεξάρτητη αρχή, με προσωπικό καθοριζόμενο με ιδιαίτερο νόμο, με δικό του πρωτόκολλο, και δικό του αρχείο. Τα εξερχόμενα, όμως, έγγραφα υπογράφονται από τον υπουργό Οικονομικών, ενώ ο Διευθυντής του Γενικού Λογιστηρίου υπογράφει με εντολή του Υπουργού Οικονομικών τα έγγραφα που περιέχουν προπαρασκευαστικές επί των υποθέσεων ενέργειες.
Το 1892 το Γενικό Λογιστήριο μετονομάζεται σε Γενική Διεύθυνση Δημοσίου Λογιστικού , αλλά το 1895 λαμβάνει ξανά το αρχικό του όνομα, ενώ στο Διευθυντή του απονέμεται ο βαθμός και ο μισθός του Γενικού Γραμματέα Υπουργείου. Το 1922 μετατρέπεται σε Υπουργείο του Θησαυρού, αλλά μετ’ ολίγον καταργείται το υπουργείο αυτό και το Γενικό Λογιστήριο διατηρείται ως γενική διεύθυνση.
Σημαντικοί για το Γενικό Λογιστήριο υπήρξαν και οι νόμοι 914/1917 και 4796/1930. Με τον πρώτο απ’ αυτούς συνεστήθησαν λογιστικά γραφεία στους δευτερεύοντες διατάκτες των πολιτικών υπουργείων, δηλ. στους Νομάρχες, ενώ με τον δεύτερο υπήχθη η έγκριση και η εκκαθάριση των δαπανών κάθε Υπουργείου στο Γενικό Λογιστήριο, προκειμένου ο Υπουργός Οικονομικών να έχει άμεση γνώση των πραγματοποιούμενων δαπανών και να ασκείται κατά τρόπο ενιαίο ο έλεγχος της πληρότητας και νομιμότητας των σχετικών δικαιολογιτικών.
Το 1912 προσκαλείται στην Ελλάδα ο Γενικός Οικονομικός Επιθεωρητής του Υπουργείου Θησαυρού της Ιταλίας F. Zapelloni, για να αναλάβει, ως Διευθυντής του Γενικού Λογιστηρίου, την αναδιοργάνωσή του. Κατά τη διάρκεια της παραμονής του στη χώρα μας (1912-1915), ο Zapelloni πρόσφερε σημαντικές υπηρεσίες στην αναδιοργάνωση του Γενικού Λογιστηρίου, κυρίως με τις προτάσεις του που απετέλεσαν τη βάση πολλών μεταγενέστερων νόμων.
Κατά τη διάρκεια των 170 χρόνων ζωής του, το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους έχει προσφέρει αναμφίβολα σημαντικές υπηρεσίες στη χώρα μας και η ιστορία του συνδέεται άμεσα με τη δημοσιονομική ιστορία της Ελλάδας. Την προσφορά αυτή καλείται να συνεχίσει και σήμερα, εν μέσω επώδυνης κρίσης, με διευρυμένες μεν αρμοδιότητες και καλλίτερο μηχανολογικό εξοπλισμό, αλλά και με προσωπικό που έχει μειωθεί σημαντικά, έχει υποστή σοβαρή περικοπή αποδοχών και ζη με έντονη την αγωνία για το τί «τεύξεται η επιούσα». Πιστεύουμε ότι θα τα καταφέρει.

                                                                      Βασίλειος Γούλας
                                                                         τ. Δ/ντής ΓΛΚ

Παρασκευή 27 Απριλίου 2012

Η ΣΥΝΤΑΞΙΟΔΟΤΗΣΗ ΤΟΥ ΠΕΤΡΟΜΠΕΗ ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗ


Βρισκόμαστε στο 1844. Ο Πέτρος Μαυρομιχάλης, ευρύτερα γνωστός ως Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης, είναι ήδη 74 ετών, γέρων και άρρωστος. Αφού πρόσφερε τα όσα πρόσφερε στον αγώνα της Εθνικής Παλιγγενεσίας και έτυχε των όποιων έτυχε τιμών και υλικών ευεργετημάτων, έρχεται η ώρα να ζητήσει από το ελληνικό κράτος, λόγω της κατάστασης στην οποία βρισκόταν (γήρας-ασθένεια), αφενός μεν οικονομική βοήθεια για τα έξοδα της περίθαλψής του αφετέρου δε σύνταξη για λόγους επιβίωσης. Το σχετικό νομοσχέδιο που κατατέθηκε στη Βουλή προέβλεπε τη χορήγηση στον Π.Μ. χρηματικού ποσού 12 χιλιάδων δραχμών για τις ανάγκες της περίθαλψής του και σύνταξη 1.000 δρχ. κατά μήνα. Η συζήτηση επί του νομοσχεδίου που ακολούθησε επί τρεις συνεδριάσεις της Βουλής, στις 7, 14 και16 Μαρτίου (με το παλαιό ημερολόγιο), υπήρξε μακρά και έντονη. Οι βουλευτές χωρίσθηκαν σε δύο, κυρίως, ομάδες, με τους μεν να υποστηρίζουν ενθέρμως το δίκαιο του αιτήματος, λόγω της μεγάλης προσφοράς στον αγώνα του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη και της δυσχερούς κατάστασης στην οποία βρισκόταν και τους δε να αντιτίθενται, κυρίως όσον αφορά τη συνταξιοδότησή του, για το λόγο ότι έχει αποζημιωθεί υπεραρκετά η προσφορά του από τη μία πλευρά και από την άλλη ότι το νομοσχέδιο έχει προσωπικό χαρακτήρα, τη στιγμή που υπάρχουν πολλοί ακόμα αγωνιστές, οι οποίοι βρίσκονται στην ίδια ή και χειρότερη από αυτόν κατάσταση και δεν έχουν τύχει καμιάς ακόμη αποζημίωσης. Τα επιχειρήματα και των δύο ομάδων για τη συνταξιοδότηση του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη (Π.Μ.), όπως καταγράφονται στα πρακτικά της Βουλής, περιστρέφονται γύρω από τρεις παραμέτρους: α) την προς το έθνος προσφορά του, β) την οικονομική του κατάσταση και γ) τη γενικότερη αντιμετώπιση όλων των αγωνιστών. Μεταφέρουμε κατωτέρω από τα πρακτικά της Βουλής ορισμένα από τα επιχειρήματα και των δύο παρατάξεων. Η προς το έθνος προσφορά. Οι υποστηρικτές του νομοσχεδίου, αναφερόμενοι στην προσφορά του Π.Μ., είπαν, μεταξύ άλλων, και τα εξής: «Ο Πέτρος Μαυρομιχάλης μόλις ακούσας από το στόμα των πρώτων κατηχητών του την ιδέαν ταύτην (σ.σ: της Φιλικής Εταιρίας) την ησπάσθη προθυμότατα, καίτοι έχων τους υιούς του ομήρους εις Κωνσταντινούπολιν, αποφασίσας να θυσιάση όχι μόνο αρχήν, όχι μόνον περιουσίαν, αλλά και ζωήν και τέκνα• εις την πατρίδα, είπε χρεωστώ και την ζωήν μου, και την ζωήν των τέκνων μου, και την περιουσίαν μου,και τα πάντα…» « Ο Πέτρος Μαυρομιχάλης φλεγόμενος από το αίσθημα της ελευθερίας του έθνους, εφρόντιζε πάντοτε υπέρ της απελευθερώσεώς του…( σ.σ: ακολουθεί εξιστόριση των ενεργειών του Π.Μ. πριν από την έναρξη της επανάστασης, των μαχών στις οποίες έλαβε μέρος ο ίδιος καθώς και οι αδελφοί και οι γιοί του, του θανάτου του γιού του, μελών της οικογενείας του κλπ.)…. Ο άλλοτε, λοιπόν, ηγεμών της Μάνης, το άσυλον των καταδιωκομένων, ο αρχηγός της Πελοποννήσου, ο εκλεχθείς Πρόεδρος της εν Καλτετζιαίς Συνελεύσεως, ο μετά του Υψηλάντου και Κρεββατά επί Δράμαλη κυβερνών, ο Πρόεδρος του εκτελεστικού, ο τοιαύτας εκδουλεύσεις εις το έθνος παρασχών, ο τοσαύτα υπέρ της ανεξαρτησίας μας θυσιάσας, ο τοιούτους απωλέσας υιούς και αδελφούς, γέρων ήδη κατάκοιτος αμείβεται παρά της Κυβερνήσεως ασήμαντον αμοιβήν… Το έθνος τοιαύτην αγνωμοσύνης προσβολήν δεν ανέχεται ούτε εννοεί να έδωκε τοιαύτην εντολήν. Και τοι πτωχόν θέλει δώσει σήμερον δια των Βουλευτών του εκείνων, οίτινες υπέρ αυτού θα ψηφοφορήσωσι, το πρώτον παράδειγμα ότι εκτιμά τους υπέρ της ελευθερίας του αγωνιζομένους αναλόγως των εκδουλεύσεων των». Εκ μέρους των αντιτιθεμένων διατυπώθηκε η ένσταση « ότι όσον πασίγνωσται και μεγάλαι είναι αι προς την πατρίδα εκδουλεύσεις της οικογενείας ταύτης, τοσούτον μέγισται αμοιβαί προς ταύτην μέχρι τούδε εγένοντο, ούτε κατά το πολλοστημόριον αποδοδείσαι εις άλλας ίσας, και ίσως ανωτέρας, εχούσας εκδουλεύσεις οικογενείας …». Άλλος, πάλιν, βουλευτής υποστήριξε ότι, « αναγνωρίζων και αυτός, ως και πάντες, τα δικαιώματα του Μαυρομιχάλη, παρατηρεί όμως ότι και πλείστοι άλλοι της αυτής αξίας και θυσιών αγωνισταί, οίος ο Νικηταράς επί παραδείγματος ουδ’ οβολόν μέχρι τούδε παρά του έθνους έλαβον, καίτοι εν εσχάτη πενία διατελούσι• πολλοί μάλιστα τούτων παρημελήθησαν, ώστε εκ της πείνης ή απεκαρτέρησαν ή ηυτοκτόνησαν απελπισθέντες» και « ότι τούτων ούτως εχόντων, το Υπουργείον ήμαρτε τοιαύτην μονομερή και σκανδαλώδη εισαγαγόν πρότασιν, εν ω όφειλεν επί τη βάσει των ενόντων του έθνους μέσων γενικόν περί αμοιβής των αγωνιστών να υποβάλη νομοσχέδιον, σύμφωνα με το άρθρον 3 του Συντάγματος…». Με το πνεύμα αυτό μίλησαν και άλλοι βουλευτές, είτε υπερασπιζόμενοι την ψήφιση του νομοσχεδίου είτε κατηγορώντας το για μονομερή υπέρ του Π.Μ. πρόνοια. Οι γενόμενες ήδη παροχές. Ορισμένοι από τους αντιτιθεμένους βουλευτές προέβαλαν ως επιχείρημα και το γεγονός ότι οι γενόμενες ήδη παροχές προς την οικογένεια του Π.Μ. ή τον ίδιο προσωπικά είναι αρκετά μεγάλες, ώστε να μην δικαιολογείται και η παροχή σύνταξης. Ειδικότερα αναφέρθηκαν στην παραχώρηση του κτήματος Λυκοβούνι, το οποίο «σύγκειται από γαίας εκτάσεως 69,528 στρεμμάτων…και ότι αι γαίαι αύται εκτιμώμεναι από 2 μέχρι 40 δραχμών το στρέμμα, αποτελούσι την αξίαν 208,000 δραχμών», με την παροχή δε αυτή «εγένετο προς την Μαυρομιχαλικήν οικογένειαν η μεγίστη και γενναιοτέρα αμοιβή και προικοδότησις, την οποίαν ουδεμία άλλη θέλει φθάσει…». Έγινε δε επίκληση του Διατάγματος της 5 Απριλίου 1835 από το οποίο προκύπτει ότι « δια της παραχωρήσεως του Λυκοβουνίου αποσβέννυνται άπασαι αι απαιτήσεις της Μαυρομιχαλικής οικογενείας…». ( Σημείωση: Το κόμμα(,) μετά το 69 στον αριθμό των 69,528 στρεμμάτων της έκτασης του κτήματος Λυκοβούνι δημιουργεί ερωτήματα αν πρόκειται για 69,5 στρέμματα ή για 69,5 χιλιάδες. Το πιθανότερο είναι, όπως προκύπτει και από άλλες εγγραφές στα πρακτικά της Βουλής, ότι ο πρακτικογράφος χρησιμοποιεί το (,) αντί της(.), οπότε μάλλον πρέπει να δεχθούμε ότι πρόκειται για 69,5 χιλιάδες στρέμματα. Το ίδιο ισχύει και για το ποσό των 208,000 δρχ, ως εκτιμωμένη αξία του κτήματος. Πρόκειται δηλ. για 208.000 δρχ.) Από τους υποστηρικτές του νομοσχεδίου αντιτάχθηκε ότι « οι ομοιόβαθμοι του Πέτρου Μαυρομιχάλη αγωνισταί, όσοι έτι μεταξύ των ζώντων ευρίσκονται, δεν ευρίσκονται εις τας στερήσεις ταύτας (σ.σ.του Π.Μ.) και εάν δε τις τούτων εις ομοίαν ευρίσκεται κατάστασιν, δεν πρέπει το έθνος να αρνηθή εις αυτόν περιποίησιν ανάλογον των υπαρχόντων μέσων…». Όσον δε αφορά την παραχώρηση του κτήματος στο Λυκοβούνι «κατά το ήμισυ εις τον Πέτρον Μαυρομιχάλην και κατά το ήμισυ εις τους κατιόντας συγγενείς των αδελφών αυτού», «…μόλις του κτήματος αυτού η πρόσοδος δύναται να φθάση τας πέντε ή εξ χιλιάδας δραχμών επί του παρόντος, εξ ων το ήμισυ ανήκει εις τον γέροντα, αλλά πολλά ολίγον ή μηδέν ωφελείται αυτός διότι οι κατιόντες των αδελφών αυτού συγγενείς εις δυστυχή ευρισκόμενοι κατάστασιν απολαμβάνουσι και τούτο…» Εναλλακτικές προτάσεις Κατά τη διάρκεια της συζήτησης, εκτός από την πρόταση που περιλαμβανόταν στο νομοσχέδιο, διατυπώθηκαν και οι εξής προτάσεις: α) η γνώμη της επιτροπής « ήτις κατά μεν πλειονοψηφίαν γνωμοδοτεί να χορηγηθώσι 12 χιλιάδες δραχμαί… απέναντι των όσων έχει να λαμβάνη παρά του έθνους από στρατιωτικούς ή πολιτικούς μισθούς, κατά μειονοψηφίαν δε αντί της μηνιαίας συντάξεως… μισθοδοσία εκ δραχ. 800 δρχ. κατά μήνα αντιστοιχούσα με τον βαθμόν του Αντιστρατήγου», β) η τροπολογία του βουλευτή Λεβαδείας να του χορηγούνται 800 δρχ. κατά μήνα, συμπεριλαμβανομένης και της μισθοδοσίας του βαθμού του, και γ) η τροπολογία του βουλευτή Άργους να του χορηγηθούν 8.000 δρχ. για την περίθαλψη και 800 δρχ. για τη μηνιαία σύνταξη. Η απόφαση Τελικά, μετά από τη σχετική ψηφοφορία, η Βουλή ενέκρινε με συντριπτική πλειοψηφία το κατατεθέν νομοσχέδιο, το οποίο με μικρή μόνο τροποποίηση είχε το εξής περιεχόμενο: « Εις τον Αντιστράτηγον Πέτρον Μαυρομιχάλην χορηγούνται δραχ. δώδεκα χιλιάδες αριθ.12,000 χάριν περιθάλψεως, συγχρόνως δε προσδιορίζεται υπέρ αυτού σύνταξις χιλίων δραχμών κατά μήνα, συμπεριλαμβανομένου και του μισθού του». Η διαφορά από το αρχικό νομοσχέδιο έγκειται στο ότι το προβλεπόμενο ποσό των χιλίων δραχμών ως σύνταξη δεν θα είναι πέραν του μισθού του Αντιστρατήγου που ήδη ελάμβανε ο Π.Μ., αλλ’ ότι στο ποσό αυτό θα συμπεριλαμβάνεται και ο καταβαλλόμενος μισθός, ώστε το άθροισμα αμφοτέρων να ισούται με το ποσό των 1.000 δρχ. ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΓΟΥΛΑΣ Επίτ. Δ/ντής ΓΛΚ

Τετάρτη 25 Απριλίου 2012

ΤΑ ΠΡΩΤΑ ΔΙΟΔΙΑ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ


Τα διόδια, που τα τελευταία χρόνια έχουν μπει για καλά στη ζωή μας, δεν είναι εφεύρημα της εποχής μας. Χρησιμοποιούνταν και στους αρχαίους χρόνους, αλλά, κυρίως, χρησιμοποιήθηκαν κατά τον ευρωπαϊκό μεσαίωνα, προκειμένου με τα καταβαλλόμενα χρήματα να χρηματοδοτηθεί η κατασκευή διαφόρων δημόσιων έργων. Στο νεώτερο ελληνικό κράτος διόδια καθιερώθηκαν για πρώτη φορά στην Αθήνα τον Ιανουάριο του 1848 με το νόμο ΞΘ΄, «δια την επισκευήν, την συντήρησιν και καλλωπισμόν της από Αθηνών εις Πειραιά αγούσης οδού». Το αντίτιμο των διοδίων ανερχόταν σε πέντε λεπτά «δι’ έκαστον των εις ιππασίαν χρησίμων ίππων, των υποζυγίων και παντός φορτηγού ζώου, μεταβαίνοντος εξ Αθηνών εις Πειραιά ή εκ Πειραιώς εις Αθήνας». Από την πληρωμή των διοδίων εξαιρούντο «οι ίπποι της Βασιλικής Αυλής, των αντιπροσώπων των ξένων δυνάμεων ή της συνοδείας των, της χωροφυλακής, του ιππικού, των ζευγιτών, των εν ενεργεία αξιωματικών του στρατού και όλα τα διερχόμενα την οδόν ζώα των μεταβαινόντων εις την εξοχήν προς επίσκεψιν ή καλλιέργειαν των κτημάτων ή συγκομιδήν των καρπών». Για την είσπραξη του σχετικού αντιτίμου ο νόμος όριζε ότι «τα διόδια ενοικιάζονται κατ’ έτος ή εν απολύτω ανάγκη εισπράττονται παρά της κυβερνήσεως».