Σάββατο 23 Ιανουαρίου 2016

    
ΟΝΟΜΑΣΤΙΚΗ ΕΟΡΤΗ ΄Η ΓΕΝΕΘΛΙΑ;

Ο κ. Στέφανος Κασιμάτης δημοσίευσε στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ της 6ης Ιανουαρίου τ.έ. και στη συνήθη στήλη του κείμενο με τίτλο «Ζήτω τα γενέθλια, κάτω η γιορτή». Στο κείμενο αυτό υπεραμύνεται της καθιέρωσης, ως ετήσιας εορτής για κάθε άνθρωπο, της ημερομηνίας των  γενεθλίων του, αντί της ονομαστικής εορτής του. Ως επιχειρήματα χρησιμοποιεί τα εξής (εν συντομία) : α)  Όλοι γνωρίζουμε ότι η ζωή είναι μια φορά και , κατά συνέπεια, η ημερομηνία της γέννησης είναι προφανώς σημαντικότερη από μια ημερομηνία που η οποιαδήποτε θρησκευτική παράδοση έχει συνδέσει με το όνομά του. β) Η ονομαστική εορτή είναι μία εορτή ενοχλητική, αφού το όνομα του καθενός είναι γνωστό και δίνει την ευκαιρία σε τρίτους να καλλιεργήσουν τη σχέση τους με τον εορτάζοντα δια των ευχών. Είναι,  δηλαδή, μια δημόσια γιορτή, εν αντιθέσει  με τα γενέθλια που  είναι κατεξοχήν ιδιωτική  και μπορούν να τη γνωρίζουν μόνον  όσοι εμείς θέλουμε. γ) Ο εορτασμός των γενεθλίων είναι μια γιορτή ελεύθερης βούλησης: εσύ διαλέγεις εκείνους που θέλεις. Η ονομαστική εορτή , όμως, είναι μια σύμβαση που αποκλείει την ελεύθερη βούληση.
    Επί των επιχειρημάτων του κ. Κασιμάτη επιτρέψτε μου να αντιτάξω τα ακόλουθα:
α) Για τους χριστιανούς το όνομα στον άνθρωπο δίδεται με το βάπτισμα και το γεγονός της βάπτισης έχει μεγαλύτερη σημασία γι αυτούς από το γεγονός  της γέννησης, γιατί ενδύονται τον Χριστό και μεταβαίνουν από τη φθορά στην αφθαρσία (όσοι εις Χριστόν εβαπτίσθητε, Χριστόν ενεδύσασθε»). Η γέννηση είναι μία πράξη φυσιολογική, φέρουσα το στίγμα της προπατορικής αμαρτίας, ενώ, αντίθετα, το βάπτισμα είναι μια πράξη καθαρτική και μία νέα δημιουργία του ανθρώπου, καλύτερη από την πρώτη. Επομένως, γι αυτούς έχει μεγα-λύτερη σημασία να εορτάζουν την ημέρα που εορτάζει ο Άγιος, το όνομα του οποίου πήραν κατά το βάπτισμα, γιατί συμβολίζει την αναγέννησή τους, παρά την ημερομηνία της γέννησής τους που είναι απλώς ένα τυχαίο χρονολογικό γεγονός. Άλλωστε η ζωή γι αυτούς δεν «είναι μία φορά» (επί γης), αλλά έχει και συνέχεια (εν ουρανοίς), και το όνομα που πήραν κατά το βάπτισμα θα τους συνοδεύει και στην άλλη ζωή. 
β) Πράγματι, η ονομαστική εορτή είναι «δημόσια» εορτή, όπως είναι και το βάπτισμα και γι αυτό μπορούν και πρέπει να χαρούν και να συγχαρούν όχι μόνο ο εορτάζων, αλλά και όλοι οι συγγενείς  και οι φίλοι, γιατί θυμίζει την εν Χριστώ αναγέννηση προσφιλούς προσώπου. Κατά το σημείο αυτό, η ονομαστική εορτή έχει και τη (θετική, όχι αρνητική) κοινωνική της σημασία, αφού δίνει την ευκαιρία κοινωνικοποίησης των ανθρώπων. Σε καμιά δε περίπτω-ση δεν είναι «σύμβαση που αποκλείει την ελεύθερη βούληση». Μπορεί άνετα όποιος θέλει να μην εορτάζει, να μη δέχεται ευχές, να μην απαντάει στο τηλέφωνο κλπ.
     Είναι σεβαστή, βέβαια, η προτίμηση του κ. Κασιμάτη να εορτάζει την ημέρα των γενεθλίων του, όπως και κάθε άλλου. Όμως, ο εορτασμός της ονομαστικής εορτής, και στην περίπτωση, ακόμη, που τον εκλάβουμε απλώς ως μία θρησκευτική παράδοση, είναι μία ωραία παράδοση, που τηρείται αιώνες τώρα, συνδέεται με τη φυλή μας και δεν βλέπω το λόγο, για τον οποίο πρέπει να αρχίσουμε να φωνάζουμε ή να γράφουμε «κάτω η (ονομαστική) γιορτή». Όποιος θέλει να μην εορτάζει την εορτή αυτή, για οποιονδήποτε λόγο και ιδίως αν τη θεωρεί «σύμβαση που αποκλείει την ελεύθερη βούλησή» του, είναι ελεύθερος να μην την εορτάζει και να εορτάζει τα γενέθλια του ή οποιαδήποτε άλλη σημαντική γι αυτόν ημέρα και ουδέν πρόβλημα. Όπως είναι ελεύθερος και να την εορτάζει όποιος θέλει, αν θεωρεί ότι η ονομαστική εορτή του είναι σημαντική γι αυτόν και ότι δεν αποτελεί «σύμβαση που αποκλείει την ελεύθερη βούλησή» του. Επομένως, ούτε «ζήτω τα γενέθλια» ούτε «κάτω η γιορτή». Ο καθένας ανάλογα με τα «πιστεύω» του και το τι εκφράζει γι αυτόν η μία ή η  άλλη ημέρα.  (Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Καθημερινή" της 22/1/2016)                                                                                                                                               
                                                                                                  

Παρασκευή 1 Ιανουαρίου 2016

ΟΙ ΣΥΝΤΑΞΕΙΣ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ, Ο ΕΝΙΑΙΟΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΟΣ ΦΟΡΕΑΣ 
 ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑ

                                                                         Βασίλειος Γούλας, τ. Δ/ντής  Συντάξεων στο ΓΛΚ

     Στα πλαίσια της αναμόρφωσης του ασφαλιστικού συστήματος η κυβέρνηση φαίνεται πως έχει αποφασίσει τη θέσπιση ενός (ενιαίου) εθνικού φορέα κοινωνικής ασφάλισης, με ένταξη σ’ αυτόν όλων των φορέων κύριας και επικουρικής ασφάλισης και εφάπαξ παροχών (διοικητική  ενοποίηση), μετά  από ουσιαστική ενοποίηση του υπάρχοντος καθεστώτος κοινωνικής ασφάλισης, χωρίς καμία εξαίρεση.
       Η απόφαση αυτή, κατά το μέρος που αφορά το Δημόσιο, δεν είναι, κατά την άποψή μου, συμβατή με το Σύνταγμα, καθ’ όσον από το συνδυασμό των διατάξεων της παρ. 2 του άρθρου 73’, της παρ. 4 του άρθρου 78 και των περιπτ. γ΄ και ε΄ της παρ. 1 του άρθρου 98 προκύπτουν τα ακόλουθα:
      (1) Το Δημόσιο, ως νομικό πρόσωπο,  ΑΠΟΝΕΜΕΙ (που σημαίνει κανονίζει και πληρώνει δια του Υπουργείου Οικονομικών-ΓΛΚ ) συντάξεις σε ορισμένες κατηγορίες προσώπων. Την εν λόγω αρμοδιότητα δεν μπορεί ο κοινός νομοθέτης να την πάρει απ’ αυτό και να την μεταφέρει σε Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης (ΦΚΑ), λόγω της κατίσχυσης του Συντάγματος έναντι οιουδήποτε άλλου νόμου.
     (2) Για τα νομοσχέδια που αφορούν τις συντάξεις αυτές, καθώς και τις συντάξεις των ΟΤΑ και άλλων ΝΠΔΔ που ακολουθούν το συνταξιοδοτικό καθεστώς του Δημοσίου, τηρείται ειδική διαδικασία, η οποία απαιτείται από το Σύνταγμα, ενώ δεν προβλέπεται η διαδικασία αυτή για τα νομοσχέδια που αφορούν συντάξεις ΦΚΑ. Δηλαδή, πριν ένα νομοσχέδιο συνταξιοδοτικού περιεχομένου κατατεθεί στη Βουλή, πρέπει να γνωμοδοτήσει επί του περιεχομένου του η Ολομέλεια του Ελεγκτικού Συνεδρίου και η γνωμοδότησή της  κατατίθεται στη Βουλή μαζί με το νομοσχέδιο. Αυτό δεν ισχύει για τα νομοσχέδια που αφορούν συντάξεις των ΦΚΑ.                                
   (3) Η εκδίκαση των ενδίκων μέσων για διαφορές σχετικές με την απονομή των ανωτέρω συντάξεων υπάγεται στη δικαιοδοσία  του Ελεγκτικού Συνεδρίου, ενώ, αντίθετα, η εκδίκαση των διαφορών που απορρέουν από τις συντάξεις που απονέμουν οι ΦΚΑ,  υπάγεται στην αρμοδιότητα των διοικητικών δικαστηρίων.
    (4) Η απονομή των εν λόγω συντάξεων ρυθμίζεται μόνο με νόμο και δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο νομοθετικής εξουσιοδότησης, όπως, αντίθετα, συμβαίνει στην περίπτωση των συντάξεων που απονέμουν οι ΦΚΑ,
     Αυτά και μόνο καθιστούν μη υλοποιήσιμη την πρόταση για υπαγωγή των συντάξεων του Δημοσίου στον προτεινόμενο ενιαίο ασφαλιστικό φορέα (με παράλληλη ενοποίηση  των συνταξιοδοτικών καθεστώτων).
      Πέραν, όμως, αυτών, υπάρχουν και άλλοι λόγοι που καθιστούν μη εφαρμόσιμη την εν λόγω πρόταση. Συγκεκριμένα:
     (α) Το Δημόσιο δεν είναι φορέας κοινωνικής ασφάλισης με την κυριολεκτική έννοια του όρου, γι’ αυτό και οι συντάξεις που χορηγεί, καίτοι αποσκοπούν στο σκοπό που αποσκοπούν και οι συντάξεις που χορηγούν οι ΦΚΑ, διέπονται από ειδικές διατάξεις.
   (β) Το Δημόσιο απονέμει, ως ύψιστη υποχρέωσή του, συντάξεις σε αναπήρους και θύματα πολέμου, καθώς και σε αγωνιστές της Εθνικής Αντίστασης, όπως, επίσης, και τιμητικές-προσωπικές συντάξεις (σε εξαιρετικές περιπτώσεις), χωρίς  οι δικαιούχοι αυτοί να έχουν διατελέσει ποτέ ασφαλισμένοι στο Δημόσιο. Τέτοιες συντάξεις δεν χορηγούν οι ΦΚΑ, γιατί  είναι έξω από το πνεύμα και το σκοπό τους, αφού βασική προϋπόθεση σ’ αυτούς για τη χορήγηση σύνταξης είναι η ύπαρξη ασφαλιστικού δεσμού.
   (γ) Το καθεστώς, το οποίο διέπει τις συντάξεις που χορηγεί το Δημόσιο στους δημοσίους υπαλλήλους (πολιτικούς και στρατιωτικούς) δεν μπορεί σε πολλά σημεία να ταυτιστεί (ενοποιηθεί) με το καθεστώς των ΦΚΑ, γιατί πρόκειται για διαφορετικές περιπτώσεις που συνεπάγονται και διαφορετική μεταχείριση. Για παράδειγμα: Στο  Δημόσιο έχουν θεσπισθεί ορισμένες αυστηρές διατάξεις, η παράβαση των οποίων συνεπάγεται απώλεια του συνταξιοδοτικού δικαιώματος για τον παραβάτη δημόσιο υπάλληλο. Τέτοιες περιπτώσεις είναι π.χ. η  αδικαιολόγητη αποχή του υπαλλήλου από τα καθήκοντά του ή η απόταξη του στρατιωτικού για λιποταξία.  Το ίδιο ισχύει και  όταν οι δικαιούχοι σύνταξης από το Δημόσιο καταδικασθούν αμετάκλητα σε ποινή κάθειρξης για κλοπή, πλαστογραφία, απάτη, δωροδοκία κλπ. για αδικήματα που στρέφονται κατά του Δημοσίου ή των ΝΠΔΔ. Η απώλεια, μάλιστα, της σύνταξης επέρχεται ακόμα και όταν η αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση εκδοθεί, ενώ ήδη ο δικαιούχος έχει πάρει τη σύνταξή του.
    Τέτοιες διατάξεις δεν υπάρχουν στους ΦΚΑ, γιατί οι ασφαλισμένοι σ΄ αυτούς απλώς συνδέοντα ασφαλιστικά με τον φορέα τους, ενώ οι δημόσιοι υπάλληλοι  τελούν σε υπαλληλικό δεσμό με το Δημόσιο που τους συνταξιοδοτεί.  Δεσμό, ο οποίος συνεπάγεται όχι μόνο δικαιώματα (μισθοδοσία, συ-νταξιοδότηση), αλλά και σωρεία υποχρεώσεων έναντι αυτού, ως νομικού προσώπου, και του κοινωνικού συνόλου, γενικότερα, που τους μισθοδοτεί.