" Στο Πήλιο, στην Αργαλεστή-Πιάσαν το Λιόντα το ληστή"
Τώρα κοιμάμαι ήσυχος! Δεν φοβάμαι τους κλέφτες, δεν φοβάμαι τους ληστές! Οι πόρτες ξεκλείδωτες, τα παράθυρα ανοιχτά! Η ηρεμία επανήλθε στον τόπο μας! Κυκλοφορώ στους δρόμους χωρίς φόβο!Ο Λιόντας ο ληστής προφυλακίστηκε!
Τώρα κοιμάμαι ήσυχος! Η δημόσια περιουσία δεν κινδυνεύει πιά! Το δημόσιο χρήμα είναι προστατευμένο! Κανείς πια δε θα βάλει χέρι σ' αυτό! Το εγγυώνται αυτοί που τα έφαγαν!
Ο ΛΙΟΝΤΑΣ Ο ΛΗΣΤΗΣ-Ο ΕΦΡΑΙΜ- ΣΤΗ ΦΥΛΑΚΗ! ΤΟΝ ΕΒΑΛΑΝ ΟΙ ΑΓΓΕΛΟΙ ΤΗΣ ΚΆΘΑΡΣΗΣ! ΔΟΞΑΣΤΕ ΤΟΥΣ!!!
ΤΩΡΑ ΚΟΙΜΑΜΑΙ ΗΣΥΧΟΣ !
Σκοπός του ιστολογίου αυτού είναι η ανταλλαγή απόψεων επί διαφόρων επίκαιρων θεμάτων με σοβαρά επιχειρήματα και πολιτισμένο τρόπο. Ευπρόσδεκτοι μόνο όσοι ανταποκρίνονται στις παραπάνω απαιτήσεις.
Τετάρτη 28 Δεκεμβρίου 2011
Δευτέρα 12 Δεκεμβρίου 2011
ΚΑΙ ΣΤΡΑΒΟΣ... ΚΑΙ ΣΤΡΑΒΑ ....
Το ότι η κατάσταση είναι άκρως απελπιστική στη Δανία του Νότου (όπως προεκλογικά υποσχόταν ο Πρωθυπουργός ότι θα έκανε τη χώρα, αν κέρδιζε τις εκλογές), το γνωρίζουν όλοι. Το γνωρίζουν ακόμη και οι πέτρες που άρχισαν σιγά-σιγά να κυνηγάνε τους διαχρονικά υπεύθυνους. Το γνωρίζουν και τα ψάρια των θαλασσών μας που βλέπουν κάθε ημέρα το καράβι που λέγεται «Ελλάς» να κλυδωνίζεται στη δίνη των κυμάτων έτοιμο να καταποντισθεί.
Εύλογα, λοιπόν, διερωτάται κανείς αν είναι στραβός ο γιαλός ή αν στραβά αρμενίζουμε. Δυστυχώς συμβαίνουν και τα δύο. Και ο γιαλός έγινε στραβός, μετά από τόσες και τόσες καταστροφικές παρεμβάσεις που έγιναν σε βάρος του από τους εκφραστές του πολιτικού μας συστήματος, και στραβά μας αρμενίζουν οι καπετάνιοι μας.
Φθάσαμε στο σημείο να γίνουμε ο περίγελως του κόσμου. Η περηφάνια του Έλληνα ξεφτιλίζεται καθημερινά. Η απειλή της φτώχειας και της εξαθλίωσης γίνεται κάθε ημέρα που περνά όλο και πιο έντονος εφιάλτης για τη συντριπτική πλειοψηφία των Ελλήνων. Η διάλυση του κράτους βιώνεται σε κάθε βήμα από τους πολίτες. Ο ορίζοντας να γίνεται όλο και πιο θολός. Ακόμη και η αυτή η ύπαρξη της χώρας μας κινδυνεύει πια στα σοβαρά.
Και βλέπουμε το πολιτικό μας σύστημα να έχει αποτύχει πλήρως στην αντιμετώπιση της κατάστασης. Αδιάφοροι, άβουλοι και ανίκανοι όλοι τους να σώσουν τη χώρα. Κι ας είναι αυτοί που με τις πράξεις ή τις παραλήψεις τους μας έφεραν εδώ που βρισκόμαστε. Το καράβι μας πλέει, πλέον, χωρίς πυξίδα, χωρίς καπετάνιο, χωρίς κυβέρνηση, χωρίς αντιπολίτευση.
Οι υπεύθυνοι για όλα αυτά που περνάει σήμερα ο λαός μας έχουν και την πελώρια ευθύνη να βρουν τρόπους να ξεπεράσουμε την κρίση, δίνοντας πρώτοι αυτοί το παράδειγμα. «Ο τρώσας και ιάσεται» έλεγαν οι Αρχαίοι. Αλλιώς η οργή και η αγανάκτηση του κόσμου θα τους πάρει και θα τους σηκώσει.
Εύλογα, λοιπόν, διερωτάται κανείς αν είναι στραβός ο γιαλός ή αν στραβά αρμενίζουμε. Δυστυχώς συμβαίνουν και τα δύο. Και ο γιαλός έγινε στραβός, μετά από τόσες και τόσες καταστροφικές παρεμβάσεις που έγιναν σε βάρος του από τους εκφραστές του πολιτικού μας συστήματος, και στραβά μας αρμενίζουν οι καπετάνιοι μας.
Φθάσαμε στο σημείο να γίνουμε ο περίγελως του κόσμου. Η περηφάνια του Έλληνα ξεφτιλίζεται καθημερινά. Η απειλή της φτώχειας και της εξαθλίωσης γίνεται κάθε ημέρα που περνά όλο και πιο έντονος εφιάλτης για τη συντριπτική πλειοψηφία των Ελλήνων. Η διάλυση του κράτους βιώνεται σε κάθε βήμα από τους πολίτες. Ο ορίζοντας να γίνεται όλο και πιο θολός. Ακόμη και η αυτή η ύπαρξη της χώρας μας κινδυνεύει πια στα σοβαρά.
Και βλέπουμε το πολιτικό μας σύστημα να έχει αποτύχει πλήρως στην αντιμετώπιση της κατάστασης. Αδιάφοροι, άβουλοι και ανίκανοι όλοι τους να σώσουν τη χώρα. Κι ας είναι αυτοί που με τις πράξεις ή τις παραλήψεις τους μας έφεραν εδώ που βρισκόμαστε. Το καράβι μας πλέει, πλέον, χωρίς πυξίδα, χωρίς καπετάνιο, χωρίς κυβέρνηση, χωρίς αντιπολίτευση.
Οι υπεύθυνοι για όλα αυτά που περνάει σήμερα ο λαός μας έχουν και την πελώρια ευθύνη να βρουν τρόπους να ξεπεράσουμε την κρίση, δίνοντας πρώτοι αυτοί το παράδειγμα. «Ο τρώσας και ιάσεται» έλεγαν οι Αρχαίοι. Αλλιώς η οργή και η αγανάκτηση του κόσμου θα τους πάρει και θα τους σηκώσει.
Τρίτη 6 Σεπτεμβρίου 2011
ΓΙΑ ΕΝΑ ΝΕΟ "ΔΗΜΟΣΙΟ ΣΗΜΑ"
Ανάμεσα στα πολλά σπουδαία και ονομαστά έργα που δημιουργήθηκαν στην αρχαία Αθήνα την εποχή της μεγάλης ακμής της συγκαταλέγεται αναμφίβολα και το «Δημόσιο σήμα». Τι ήταν το «Δημόσιο Σήμα»; Ήταν το δημόσιο νεκροταφείο της Αθήνας, όπου η πόλη έθαβε με δημόσια δαπάνη και ανάλογες τιμές τους νεκρούς των πολέμων και άλλους σπουδαίους Αθηναίους, αποτίοντας με τον τρόπο αυτό τον οφειλόμενο σε αυτούς φόρο τιμής.
Επρόκειτο για μια άκρως τιμητική πράξη, η οποία τιμούσε τους επιφανείς νεκρούς με τον καλλίτερο τρόπο. Πέραν, όμως, από τον καθαρώς τιμητικό χαρακτήρα, το«Δημόσιο σήμα» και η τελετή που ελάμβανε χώρα, είχαν και παιδαγωγικό σκοπό, καθώς πρόβαλαν πρότυπα στους εν ζωή Αθηναίους και τους καλούσαν έμμεσα να γίνουν και αυτοί σπουδαίοι
Ως κατάλληλος χώρος για το «Δημόσιο Σήμα» προτιμήθηκε το μέρος του δρόμου που ξεκινούσε από το Δίπυλο ( Κεραμεικός) και έφθανε στην Ακαδήμεια (Κολωνός). Ο δρόμος αυτός έξω από τις πύλες του Κεραμεικού είχε πλάτος 39 ή 40 μέτρα που του έδινε την όψη πλατείας, η οποία ήταν χρήσιμη για τη συγκέντρωση μεγάλου πλήθους πολιτών κατά τις δημόσιες ταφές, στη θέση δε αυτή φαίνεται ότι ο Περικλής εκφώνησε τον περίφημο «Επιτάφιό» του για τους νεκρούς του πρώτου έτους του Πελοποννησιακού Πολέμου. Σ’ όλο το μήκος του μέχρι την Ακαδήμεια (περίπου 1500 μέτρα) υπήρχαν ομαδικοί ή ατομικοί τάφοι διευθετημένοι με τάξη και είχαν συχνά επιβλητικά γλυπτά μνημεία και στήλες, όπου συνήθως γραφόταν το όνομα των νεκρών (βλ .Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος-Λαρούς-Μπριτάννικα,τ.3,σ.344).
Διαβάζοντας κανείς για το «Δημόσιο Σήμα», πέραν από το θαυμασμό που αισθάνεται για τη σύλληψη και υλοποίηση της καταπληκτικής αυτής ιδέας από τους αρχαίους Αθηναίους, αισθάνεται, παράλληλα, και θλίψη για τους σύγχρονους Έλληνες, οι οποίοι ελάχιστα κάνουν και πολλές φορές τίποτα για να τιμήσουν τους επιφανείς νεκρούς τους από την αρχαία εποχή μέχρι σήμερα. Μήπως είναι καιρός να δημιουργήσουμε ένα νέο «Δημόσιο Σήμα»; Ένα «Δημόσιο Σήμα» όπου θα στηθούν και θα στήνονται στο μέλλον τα αγάλματα ή οι προτομές των πιο σπουδαίων Ελλήνων από την αρχή της ιστορίας μας μέχρι τις ημέρες μας και για όσο καιρό θα ζη η φυλή μας;
Η ιδέα αυτή κρίνεται σκόπιμο να υλοποιηθεί σε χώρο που ήδη υπάρχει έτοιμος και θεωρείται ως ο πιο ενδεδειγμένος για το σκοπό αυτό. Πρόκειται για τον πεζόδρομο Διονυσίου Αρεοπαγίτου-Αποστόλου Παύλου γύρω από την Ακρόπολη. Για φανταστείτε! Ο συγκεκριμένος πεζόδρομος να είναι γεμάτος και από τις δύο πλευρές του από αγάλματα ή προτομές των Ελλήνων που πρωτοστάτησαν στην ένδοξη και μακρόχρονη ιστορία της πατρίδας μας! Οποία εθνική υπερηφάνεια θα αισθάνονταν οι χιλιάδες περιπατητές του χώρου αυτού! Οποίους δασκάλους θα βλέπαμε μπροστά μας! Οποία μηνύματα θα δεχόταν η ψυχή μας σε κάθε μας βήμα! Και από την άλλη ποίος καλύτερος τρόπος να εκφράσουμε την ευγνωμοσύνη μας σ' αυτούς που με τα έργα και τις πράξεις τους έγραψαν λαμπρές σελίδες στην ιστορία της χώρας μας; Ποίος καλύτερος τρόπος να επαναλάβουμε οι Νεοέλληνες τα λόγια του Περικλή: «Ανδρών αγαθών έργω γενομένων έργω και δηλούσθαι τας τιμάς»!
Εκείνος που θα αναλάβει την πρωτοβουλία να δώσει σάρκα και οστά στην ιδέα για το νέο «Δημόσιο Σήμα » είναι βέβαιο ότι θα συνδέσει το όνομά του με ένα από τα πιο λαμπρά έργα της ιστορίας του Ελληνισμού, το οποίον θα προβάλλει κατά τον καλλίτερο τρόπο σε όλους τους επισκέπτες του χώρου, Έλληνες και ξένους, τη δόξα της Ελλάδος.
Για τη μείωση του κόστους σε βάρος του κρατικού προϋπολογισμό μπορεί να ζητηθεί από τις τοπικές κοινωνίες να αναλάβουν, αν θέλουν, τιμής ένεκεν, τα έξοδα του αγάλματος ή της προτομής επιφανούς συμπατριώτη τους. Π.χ. Οι κάτοικοι της Σάμου τα έξοδα για το άγαλμα ή την προτομή του Πυθαγόρα, οι Λάκωνες του Λεωνίδα , οι Μακεδόνες του Μεγάλου Αλεξάνδρου κ.λπ. Έτσι και τον πατριώτη τους θα τιμήσουν και οι ίδιοι θα τιμηθούν για την πράξη τους.
Εξυπακούεται ότι η επιλογή των επιφανών Ελλήνων που θα τιμηθούν πρέπει να γίνει από επιτροπή στην οποία θα μετέχουν πρόσωπα υψηλού κύρους και γενικής αποδοχής, ώστε και η επιλογή τους να τύχει γενικής αποδοχής.
Πιστεύω ότι μια τέτοια πρωτοβουλία θα την στήριζαν όλοι οι Έλληνες, γιατί το αποτέλεσμά της θα ήταν το καμάρι όλων των Ελλήνων. Εμπρός λοιπόν για ένα νέο «Δημόσιο σήμα»!
Επρόκειτο για μια άκρως τιμητική πράξη, η οποία τιμούσε τους επιφανείς νεκρούς με τον καλλίτερο τρόπο. Πέραν, όμως, από τον καθαρώς τιμητικό χαρακτήρα, το«Δημόσιο σήμα» και η τελετή που ελάμβανε χώρα, είχαν και παιδαγωγικό σκοπό, καθώς πρόβαλαν πρότυπα στους εν ζωή Αθηναίους και τους καλούσαν έμμεσα να γίνουν και αυτοί σπουδαίοι
Ως κατάλληλος χώρος για το «Δημόσιο Σήμα» προτιμήθηκε το μέρος του δρόμου που ξεκινούσε από το Δίπυλο ( Κεραμεικός) και έφθανε στην Ακαδήμεια (Κολωνός). Ο δρόμος αυτός έξω από τις πύλες του Κεραμεικού είχε πλάτος 39 ή 40 μέτρα που του έδινε την όψη πλατείας, η οποία ήταν χρήσιμη για τη συγκέντρωση μεγάλου πλήθους πολιτών κατά τις δημόσιες ταφές, στη θέση δε αυτή φαίνεται ότι ο Περικλής εκφώνησε τον περίφημο «Επιτάφιό» του για τους νεκρούς του πρώτου έτους του Πελοποννησιακού Πολέμου. Σ’ όλο το μήκος του μέχρι την Ακαδήμεια (περίπου 1500 μέτρα) υπήρχαν ομαδικοί ή ατομικοί τάφοι διευθετημένοι με τάξη και είχαν συχνά επιβλητικά γλυπτά μνημεία και στήλες, όπου συνήθως γραφόταν το όνομα των νεκρών (βλ .Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος-Λαρούς-Μπριτάννικα,τ.3,σ.344).
Διαβάζοντας κανείς για το «Δημόσιο Σήμα», πέραν από το θαυμασμό που αισθάνεται για τη σύλληψη και υλοποίηση της καταπληκτικής αυτής ιδέας από τους αρχαίους Αθηναίους, αισθάνεται, παράλληλα, και θλίψη για τους σύγχρονους Έλληνες, οι οποίοι ελάχιστα κάνουν και πολλές φορές τίποτα για να τιμήσουν τους επιφανείς νεκρούς τους από την αρχαία εποχή μέχρι σήμερα. Μήπως είναι καιρός να δημιουργήσουμε ένα νέο «Δημόσιο Σήμα»; Ένα «Δημόσιο Σήμα» όπου θα στηθούν και θα στήνονται στο μέλλον τα αγάλματα ή οι προτομές των πιο σπουδαίων Ελλήνων από την αρχή της ιστορίας μας μέχρι τις ημέρες μας και για όσο καιρό θα ζη η φυλή μας;
Η ιδέα αυτή κρίνεται σκόπιμο να υλοποιηθεί σε χώρο που ήδη υπάρχει έτοιμος και θεωρείται ως ο πιο ενδεδειγμένος για το σκοπό αυτό. Πρόκειται για τον πεζόδρομο Διονυσίου Αρεοπαγίτου-Αποστόλου Παύλου γύρω από την Ακρόπολη. Για φανταστείτε! Ο συγκεκριμένος πεζόδρομος να είναι γεμάτος και από τις δύο πλευρές του από αγάλματα ή προτομές των Ελλήνων που πρωτοστάτησαν στην ένδοξη και μακρόχρονη ιστορία της πατρίδας μας! Οποία εθνική υπερηφάνεια θα αισθάνονταν οι χιλιάδες περιπατητές του χώρου αυτού! Οποίους δασκάλους θα βλέπαμε μπροστά μας! Οποία μηνύματα θα δεχόταν η ψυχή μας σε κάθε μας βήμα! Και από την άλλη ποίος καλύτερος τρόπος να εκφράσουμε την ευγνωμοσύνη μας σ' αυτούς που με τα έργα και τις πράξεις τους έγραψαν λαμπρές σελίδες στην ιστορία της χώρας μας; Ποίος καλύτερος τρόπος να επαναλάβουμε οι Νεοέλληνες τα λόγια του Περικλή: «Ανδρών αγαθών έργω γενομένων έργω και δηλούσθαι τας τιμάς»!
Εκείνος που θα αναλάβει την πρωτοβουλία να δώσει σάρκα και οστά στην ιδέα για το νέο «Δημόσιο Σήμα » είναι βέβαιο ότι θα συνδέσει το όνομά του με ένα από τα πιο λαμπρά έργα της ιστορίας του Ελληνισμού, το οποίον θα προβάλλει κατά τον καλλίτερο τρόπο σε όλους τους επισκέπτες του χώρου, Έλληνες και ξένους, τη δόξα της Ελλάδος.
Για τη μείωση του κόστους σε βάρος του κρατικού προϋπολογισμό μπορεί να ζητηθεί από τις τοπικές κοινωνίες να αναλάβουν, αν θέλουν, τιμής ένεκεν, τα έξοδα του αγάλματος ή της προτομής επιφανούς συμπατριώτη τους. Π.χ. Οι κάτοικοι της Σάμου τα έξοδα για το άγαλμα ή την προτομή του Πυθαγόρα, οι Λάκωνες του Λεωνίδα , οι Μακεδόνες του Μεγάλου Αλεξάνδρου κ.λπ. Έτσι και τον πατριώτη τους θα τιμήσουν και οι ίδιοι θα τιμηθούν για την πράξη τους.
Εξυπακούεται ότι η επιλογή των επιφανών Ελλήνων που θα τιμηθούν πρέπει να γίνει από επιτροπή στην οποία θα μετέχουν πρόσωπα υψηλού κύρους και γενικής αποδοχής, ώστε και η επιλογή τους να τύχει γενικής αποδοχής.
Πιστεύω ότι μια τέτοια πρωτοβουλία θα την στήριζαν όλοι οι Έλληνες, γιατί το αποτέλεσμά της θα ήταν το καμάρι όλων των Ελλήνων. Εμπρός λοιπόν για ένα νέο «Δημόσιο σήμα»!
Κυριακή 27 Μαρτίου 2011
Η ΜΕΓΑΛΗ ΚΑΤΡΑΚΥΛΑ
Η ΜΕΓΑΛΗ ΚΑΤΡΑΚΥΛΑ
Αποτελεί πια κοινή συνείδηση ότι η χώρα μας διανύει μία περίοδο μεγάλης κατρακύλας. Με όποιον και να μιλήσεις, όπου κι αν βρεθείς, το θέμα που μονοπωλεί τη συζήτηση, με έκδηλα τα σημάδια του φόβου και της αγωνίας για την προσωπική πορεία του καθενός και την πορεία της χώρας μας, είναι τούτο: πώς φθάσαμε ως εδώ; πού πάμε; πού θα βγάλει αυτός ο κατήφορος που έχουμε πάρει; τι συνέβη κι έτσι ξαφνικά από την « ισχυρή οικονομία » καταντήσαμε ζητιάνοι;
Η αφετηρία της κατρακύλας της χώρας μας δεν είναι κάτι που προέκυψε έτσι ξαφνικά. Έχει μακρά ιστορία. Το δήλωσε, άλλωστε, και ο Υπουργός Υγείας κ. Ανδρέας Λοβέρδος σε συνέντευξη που έδωσε στην «Καθημερινή» και δημοσιεύθηκε στο φύλλο της 30.1.2011. «Η πορεία προς τα πρόθυρα της πτώχευσης έχει την αφετηρία της στη δεκαετία του ’80», είπε.
Για τα αίτια και τους υπαίτιους της κατρακύλας μας ο καθένας μας μπορεί να λέει πολλά, όμως μόνο ο ιστορικός του μέλλοντος θα δώσει (ελπίζουμε) μία πειστική απάντηση στα θέματα αυτά. Τώρα, όλοι μας περιοριζόμαστε σε γενικόλογες τοποθετήσεις που κι αυτές,φυσικά, έχουν τη σημασία τους, γιατί αποτυπώνουν το γενικό αίσθημα του ελληνικού λαού στη δύσκολη αυτή συγκυρία.
Πάντως, αξίζει να αναφερθούμε σε ένα μέρος των όσων δήλωσε ο ίδιος ο Πρωθυπουργός σε πρόσφατη συνεδρίαση της Κοινοβουλευτικής Ομάδας του ΠΑΣΟΚ, κάνοντας λόγο για τους μύθους με τους οποίους πορεύτηκε ο λαός μας από τη Μεταπολίτευση και εντεύθεν . Ένας από τους μύθους αυτούς« Ήταν ο μύθος της ευημερίας, δια μέσου των ελλειμμάτων και της προστασίας των βολεμένων συντεχνιών, στο όνομα της στρεβλής προσέγγισης στην έννοια της προόδου και της δημιουργίας πλούτου, μέσω της μεταφοράς χρεών στις επόμενες γενιές» (εφημερίδα «Παρόν» 30.1.2011). Λόγια πέρα ως πέρα αληθινά, που επιβεβαιώνουν ότι όσα επί δεκαετίες μας έλεγαν για ισχυρή Ελλάδα και ισχυρή οικονομία, για βελτίωση του βιοτικού μας επιπέδου ήταν ένα μεγάλο ψέμα. Ζούσαμε καλά, γιατί ζούσαμε με δανεικά που τώρα καλούμαστε να τα επιστρέψουμε. Ζούσαμε σε μια εικονική πραγματικότητα, με δανεικά που νομίζαμε ότι ήταν δικά μας, πλούτος της χώρας μας. Γι’ αυτό και τώρα που έπεσαν πολλοί μύθοι και είδαμε γυμνή την πραγματικότητα «πέσαμε από τα σύννεφα» και πονάμε πολύ.
Δυστυχώς, οι εκάστοτε κυβερνήσεις, πέρα από τις μεγάλες τους ευθύνες για την καταστροφή της χώρας, μας έκρυβαν, για λόγους πολιτικών σκοπιμοτήτων (και όχι μόνο), την πραγματικότητα, ενώ εμείς, από την άλλη πλευρά, ζώντας με την ψευδαίσθηση της ευημερίας, δεν μπορέσαμε ή δεν θελήσαμε να αντιληφθούμε το ζοφερό μέλλον, στο οποίο αναπότρεπτα μας οδηγούσαν και δεν αντιδράσαμε. Γι’ αυτό και μας ταιριάζουν απόλυτα οι στοίχοι του Καβάφη: «Χωρίς περίσκεψιν, χωρίς λύπην, χωρίς αιδώ - μεγάλα κ’ υψηλά τριγύρω μου έκτισαν τείχη. – Και κάθομαι και απελπίζομαι τώρα εδώ……. Α! όταν έκτιζαν τα τείχη πώς να μην προσέξω. – Αλλά δεν άκουσα ποτέ κρότον κτιστών ή ήχον.- Ανεπαισθήτως μ’ έκλεισαν από τον κόσμον έξω.». Δεν «προσέξαμε» και δεν «ακούσαμε ήχον κτιστών», και τώρα μας καλούν «να πληρώσουμε τα σπασμένα». Ίσως φέρουμε κι εμείς ευθύνη, παρ’ όλο που δεν τα «φάγαμε μαζί». Ας προσέχαμε!
Αποτελεί πια κοινή συνείδηση ότι η χώρα μας διανύει μία περίοδο μεγάλης κατρακύλας. Με όποιον και να μιλήσεις, όπου κι αν βρεθείς, το θέμα που μονοπωλεί τη συζήτηση, με έκδηλα τα σημάδια του φόβου και της αγωνίας για την προσωπική πορεία του καθενός και την πορεία της χώρας μας, είναι τούτο: πώς φθάσαμε ως εδώ; πού πάμε; πού θα βγάλει αυτός ο κατήφορος που έχουμε πάρει; τι συνέβη κι έτσι ξαφνικά από την « ισχυρή οικονομία » καταντήσαμε ζητιάνοι;
Η αφετηρία της κατρακύλας της χώρας μας δεν είναι κάτι που προέκυψε έτσι ξαφνικά. Έχει μακρά ιστορία. Το δήλωσε, άλλωστε, και ο Υπουργός Υγείας κ. Ανδρέας Λοβέρδος σε συνέντευξη που έδωσε στην «Καθημερινή» και δημοσιεύθηκε στο φύλλο της 30.1.2011. «Η πορεία προς τα πρόθυρα της πτώχευσης έχει την αφετηρία της στη δεκαετία του ’80», είπε.
Για τα αίτια και τους υπαίτιους της κατρακύλας μας ο καθένας μας μπορεί να λέει πολλά, όμως μόνο ο ιστορικός του μέλλοντος θα δώσει (ελπίζουμε) μία πειστική απάντηση στα θέματα αυτά. Τώρα, όλοι μας περιοριζόμαστε σε γενικόλογες τοποθετήσεις που κι αυτές,φυσικά, έχουν τη σημασία τους, γιατί αποτυπώνουν το γενικό αίσθημα του ελληνικού λαού στη δύσκολη αυτή συγκυρία.
Πάντως, αξίζει να αναφερθούμε σε ένα μέρος των όσων δήλωσε ο ίδιος ο Πρωθυπουργός σε πρόσφατη συνεδρίαση της Κοινοβουλευτικής Ομάδας του ΠΑΣΟΚ, κάνοντας λόγο για τους μύθους με τους οποίους πορεύτηκε ο λαός μας από τη Μεταπολίτευση και εντεύθεν . Ένας από τους μύθους αυτούς« Ήταν ο μύθος της ευημερίας, δια μέσου των ελλειμμάτων και της προστασίας των βολεμένων συντεχνιών, στο όνομα της στρεβλής προσέγγισης στην έννοια της προόδου και της δημιουργίας πλούτου, μέσω της μεταφοράς χρεών στις επόμενες γενιές» (εφημερίδα «Παρόν» 30.1.2011). Λόγια πέρα ως πέρα αληθινά, που επιβεβαιώνουν ότι όσα επί δεκαετίες μας έλεγαν για ισχυρή Ελλάδα και ισχυρή οικονομία, για βελτίωση του βιοτικού μας επιπέδου ήταν ένα μεγάλο ψέμα. Ζούσαμε καλά, γιατί ζούσαμε με δανεικά που τώρα καλούμαστε να τα επιστρέψουμε. Ζούσαμε σε μια εικονική πραγματικότητα, με δανεικά που νομίζαμε ότι ήταν δικά μας, πλούτος της χώρας μας. Γι’ αυτό και τώρα που έπεσαν πολλοί μύθοι και είδαμε γυμνή την πραγματικότητα «πέσαμε από τα σύννεφα» και πονάμε πολύ.
Δυστυχώς, οι εκάστοτε κυβερνήσεις, πέρα από τις μεγάλες τους ευθύνες για την καταστροφή της χώρας, μας έκρυβαν, για λόγους πολιτικών σκοπιμοτήτων (και όχι μόνο), την πραγματικότητα, ενώ εμείς, από την άλλη πλευρά, ζώντας με την ψευδαίσθηση της ευημερίας, δεν μπορέσαμε ή δεν θελήσαμε να αντιληφθούμε το ζοφερό μέλλον, στο οποίο αναπότρεπτα μας οδηγούσαν και δεν αντιδράσαμε. Γι’ αυτό και μας ταιριάζουν απόλυτα οι στοίχοι του Καβάφη: «Χωρίς περίσκεψιν, χωρίς λύπην, χωρίς αιδώ - μεγάλα κ’ υψηλά τριγύρω μου έκτισαν τείχη. – Και κάθομαι και απελπίζομαι τώρα εδώ……. Α! όταν έκτιζαν τα τείχη πώς να μην προσέξω. – Αλλά δεν άκουσα ποτέ κρότον κτιστών ή ήχον.- Ανεπαισθήτως μ’ έκλεισαν από τον κόσμον έξω.». Δεν «προσέξαμε» και δεν «ακούσαμε ήχον κτιστών», και τώρα μας καλούν «να πληρώσουμε τα σπασμένα». Ίσως φέρουμε κι εμείς ευθύνη, παρ’ όλο που δεν τα «φάγαμε μαζί». Ας προσέχαμε!
Τετάρτη 26 Ιανουαρίου 2011
ΤΟ ΕΠΩΝΥΜΟ «ΓΟΥΛΑΣ»
(vasgoulas@gmail.com)
ΓΕΝΙΚΑ ΠΕΡΙ ΕΠΩΝΥΜΟΥ.
Η λέξη επώνυμο είναι σύνθετη από την πρόθεση επί και το ουσιαστικό όνομα (επί+όνομα). Επομένως, όπως και η ίδια δηλώνει, αποτελεί πρόσθετο όνομα στο κυρίως όνομα του προσώπου (το μικρό) και με τη χρησιμοποίησή του προσδιορίζεται η οικογενειακή καταγωγή του συγκεκριμένου ατόμου. Στην πράξη, δηλαδή, είναι το οικογενειακό όνομα του προσώπου σε αντιδιαστολή προς το κύριο όνομά του.
Οι λόγοι που επέβαλαν στις ανθρώπινες κοινωνίες την καθιέρωση επωνύμου δίπλα στο κύριο όνομα είναι κατ’ αρχήν καθαρώς πρακτικοί. Από τη στιγμή, δηλαδή , που οι ανθρώπινες κοινωνίες άρχισαν να διευρύνονται και τα άτομα που τις αποτελούσαν να πολλαπλασιάζονται, το κύριο όνομα δεν ήταν πια αρκετό από μόνο του να προσδιορίζει ένα άτομο. Κι’ αυτό, γιατί το ίδιο κύριο όνομα το έφεραν πολλά άτομα και, ως εκ τούτου, δημιουργείτο σύγχυση ανάμεσα στα μέλη της κοινωνίας σχετικά με το άτομο στο οποίο αναφερόταν η επίκληση ενός ονόματος. Προέκυψε, λοιπόν, η ανάγκη να βρεθεί ένας τρόπος σαφούς διάκρισης και προσδιορισμού των ατόμων, ώστε να εκλείψει αυτή η σύγχυση. Έτσι καθιερώθηκε το επώνυμο το οποίο προσδιόριζε την οικογενειακή καταγωγή του ατόμου. Πέρα, όμως, από τους πρακτικούς λόγους, η καθιέρωση του επωνύμου επιβλήθηκε με την πάροδο των χρόνων και για λόγους νομικούς, όπως είναι η κατοχύρωση περιουσιακών και κληρονομικών δικαιωμάτων, η ρύθμιση εννόμων σχέσεων με άλλα φυσικά ή νομικά πρόσωπα, οι κοινωνικές σχέσεις κλπ. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, μέσω δηλ. του κυρίου ονόματος και του επωνύμου, το άτομο εξατομικεύεται στον εξωτερικό χώρο, αποτελεί ξεχωριστή προσωπικότητα και διακρίνεται από τα άλλα άτομα που συναποτελούν την ανθρώπινη κοινωνία.
Το επώνυμο σήμερα αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο της προσωπικότητας του ατόμου και ταυτόχρονα συνιστά δικαίωμα και υποχρέωση του. Όλοι οι άνθρωποι δικαιούνται και συγχρόνως υποχρεούνται να φέρουν επώνυμο, όπως και κύριο όνομα.
Τα επώνυμα στη χώρα μας κατατάσσονται σε διάφορες κατηγορίες, ανάλογα με το κριτήριο κατάταξης που χρησιμοποιεί κανείς. Σύμφωνα, πάντως, με τον Μανώλη Τριανταφυλλίδη με βάση το κριτήριο προέλευσης κατατάσσονται στις εξής κατηγορίες: α)πατρωνυμικά (π.χ. Γιάννης Δήμου από το Γιάννης του Δήμου), β)μητρωνυμικά (Γιάννης Μήτσαινας από το Γιάννης της Μήτσαινας), γ)εθνικά ( π.χ. Αρμένης), δ)πατριδωνυμικά (π.χ. Πολίτης=από την Πόλη), ε)παρατσούκλια (π.χ. Κοκκαλιάρης), στ)ξενικά οικογενειακά (π.χ.Φιξ).
ΠΡΟΕΛΕΥΣΗ ΤΟΥ ΕΠΩΝΥΜΟΥ «ΓΟΥΛΑΣ»
Ένα από τα επώνυμα που χρησιμοποιούντα στη χώρα μας είναι και το επώνυμο «Γούλας», το οποίο δεν είναι μεν ευρέως εν χρήσει, πλην, όμως, απαντάται σχεδόν σ’ όλα τα μέρη της πατρίδας μας, αλλά και σε άλλες χώρες. Από πού, όμως, προέρχεται το επώνυμο αυτό; Οι πιθανότερες εκδοχές είναι οι ακόλουθες:
Κατά την πρώτη από αυτές, το επώνυμο «Γούλας» οφείλει την προέλευσή του σε παρωνύμιο (παρατσούκλι). Συγκεκριμένα, προέρχεται από τη λέξη «γούλα», η οποία με τη σειρά της προέρχεται από τη λατινική λέξη «gula» (=οισοφάγος). Η προέλευση της εν λόγω ελληνικής λέξης από τη λατινική γίνεται ευρέως αποδεκτή από τους λεξικογράφους (βλ. σχετ. Ιστορικόν Λεξικόν της Νέας Ελληνικής της Ακαδημίας Αθηνών, Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας Γ. Μπαμπινιώτη, Λεξικόν της Ελληνικής Γλώσσης Δ. Δημητράκου, Λεξικό της Εγκυκλοπαίδειας Πάπυρος- Λαρούς- Μπριτάνικα κλπ.).
Στην ελληνική γλώσσα η λέξη «γούλα» απαντάται με διάφορες σημασίες. Στη Ζωολογία σημαίνει πτύχωση του οισοφάγου πολλών πτηνών σε σχήμα ασκού , στην οποία φυλάσσεται η τροφή για μετέπειτα αφομοίωση της ή για μάσημα της πριν από το τάισμα των νεογνών, ο οισοφάγος (Λεξικό Μπαμπινιώτη). Στην Αλιευτική ονομάζεται ο τελικός σάκκος της τράτας, μέσα στον οποίο οδηγούνται τα ψάρια και συλλαμβάνονται (Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια Δρανδάκη). Στη Φυτολογία ονομάζεται είδος τεύτλου και κατ’ επέκταση το γουλί διαφόρων λαχανικών (Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος-Λαρούς-Μπριτάνικα).
Άξιο ιδιαίτερης αναφοράς είναι οι έννοιες που αποδίδονται στη λέξη «γούλα» στο Ιστορικό Λεξικό της Ακαδημίας Αθηνών, όπως τις κατέγραψαν οι συντάκτες του στα διάφορα μέρη της Ελλάδας και εκτός αυτής ,όπου ζούσε ελληνικός πληθυσμός (Μικρά Ασία , Πόντος κλπ.). Μερικές από τις έννοιες αυτές, οι οποίες ξεπερνούν τις τριάντα , είναι οι ακόλουθες (μέσα σε παρένθεση φράσεις, παροιμίες κλπ. που συνέλεξαν οι συντάκτες του λεξικού και που τεκμηριώνουν την αντίστοιχη έννοια): α) ο πρόβολος των πτηνών (είναι γεμάτες οι γούλες των ορνίθω, η γούλη της κότας είναι πρησμένη), β) ο οισοφάγος και κατ’επέκταση ο στόμαχος ( κατεβάζει πολλά η γούλα του), γ) ο λαιμός εξωτερικά (έκοψαν τη γούλα του=το λαιμό του), δ) το στόμα ( έχει τη γούλα του ανοιχτή), ε) το άτομο (εφτά γούλες είμες απεσ’ ΄ς σο οσπίτ=εφτά άτομα είμαστε στο σπίτι), στ) η σιαγόνα ( ήτρωε με τσι δυό τζη γούλες ), ζ) η παρειά ( έχει μνιά γούλα ροδοκόκκινη σαν το ρόιδο), η) ο αδένας αμυγδαλή του λάρυγγα (πρηστήκανε οι γούλες μου), θ) ο λαιμός, το στόμιο διαφόρων αντικειμένων (βαν’ το χωνί αυτού ‘ς τη γούλ’ να ρίξω το μούστο), ι) η κοιλιά και γενικά το πεπτικό σύστημα του ανθρώπου ( όλο ρίχνει ‘ς τη γούλα του και δε χορταίνει), ιβ) ο αποφλοιωμένος βλαστός της κράμβης ή ο βλαστός και η βολβώδης ρίζα διαφόρων χόρτων ( καθάρισέ μου τη γούλα του φρύου απού μ’ αρέσει), ιγ) η λαιμαργία ( η γούλα τρώει το γουλά=τον πύργο, από τη γούλα σου έκαψες τη σακκούλα σου), ιδ) ως επίθετο( γούλας) ο λαίμαργος ( όλοι άτουνα γούλες είναι=όλοι αυτοί είναι λαίμαργοι), ιε) η πείνα, η όρεξη, η χαρά κλπ.
Η λέξη « γούλα» δεν απαντάται στην αρχαία ελληνική γραμματεία. Για πρώτη φορά, κατά τη γνώμη μου, απαντάται στο έργο του Ερωτιανού( έκδοση Nackmanson sel.65) «Των παρ’ Ιπποκράτει λέξεων συναγωγή», (όιος στόμαχος, γούλα προβάτου, όιος γαρ το πρόβατον. Κοινώς δε του ανθρώπου). Ο Ερωτιανός ήταν Έλληνας γραμματικός, πιθανόν Αλεξανδρινός, που έζησε κατά τον 1ο μ.Χ. αιώνα και έγραψε γλωσσάριο για τα έργα του Ιπποκράτη. Το έργο του αυτό αποτελεί ένα από τα σπουδαιότερα επιτεύγματα της ελληνικής λεξικογραφίας.
Στους Βυζαντινούς χρόνους η λέξη «γούλα» απαντάται στα «Πτωχοπροδρομικά», στα ποιήματα δηλ. που γράφθηκαν από το λόγιο του 12ου αιώνα Θεόδωρο Πρόδρομο ή Πτωχοπρόδρομο, και τα οποία απευθύνει στον αυτοκράτορα Ιωάννη Κομνηνό (ή στο γυιό του Μανουήλ) ζητώντας του χρηματική βοήθεια, λόγω της μεγάλης του φτώχειας (« και καν ψωμίν ο κηπουρός να χόρταινα και γούλας» βλπ. Ποίημα Α΄στχ.214). Επίσης απαντάται στο ποίημα «Διήγησις παιδιόφραστος των τετραπόδων ζώων» («έχουν το εις τα λάχανα, τα λέγουσιν οφρύγια και εις τας γούλας τας χοντράς, τας λέγουνε κουρούκλες» στχ. 601-602). Πέραν των ανωτέρω, απαντάται ακόμη και σε άλλα κείμενα, όπως στο ποίημα «Διήγησις ή Ριμάδα περί Βελισσαρίου ή Βελισσαρίου Μυθιστόρημα» που αναφέρεται στα κατορθώματα και στο τραγικό τέλος του σπουδαίου στρατηγού του Ιουστινιανού Βελισσαρίου (τυπώθηκε για πρώτη φορά στη Βενετία κατ’ άλλους το 1525 και κατ’ άλλους το 1548), στο ποίημα «Θανατικό της Ρόδου» του Ρόδιου ποιητή του 15ου αιώνα Εμμαμουήλ Λιμενίτη- Γεωργαλά («η γούλα και το πόρνευμα το ένα σύρει τα’ άλλο») κλπ.
Από τη «γούλα», λοιπόν, φαίνεται ότι προήλθε το παρωνύμιο ( παρατσούκλι) «γούλας», το οποίο αναφερόταν στο λαίμαργο άνθρωπο (όλοι άτουνα γούλες είναι=όλοι αυτοί είναι λαίμαργοι). Αναφερόταν, ακόμη, και στον καλοφαγά (είδες γούλα που την έχει) και στον ωραιοπρόσωπο (έχει μνιά γούλα ροδοκόκκινη σαν το ρόιδο). Με την πάροδο, όμως, των ετών το συγκεκριμένο παρωνύμιο απώλεσε την αρχική του σημασία (του λαίμαργου ή του καλοφαγά ή του ωραιοπρόσωπου) και κατέστη οικογενειακό επώνυμο, όπως, άλλωστε, συνέβη και με όλα τα επώνυμα που προέρχονται από παρωνύμια.
Κατά τη δεύτερη εκδοχή το επώνυμο «Γούλας» προέρχεται από το τοπωνύμιο «Γουλάς ή Γούλας». Τοπωνύμια με την ονομασία αυτή υπάρχουν σε πολλά μέρη της Ελλάδας (Κρήτη, Σαντορίνη, Μονεμβασία, Ήπειρος, Στερεά Ελλάδα κλπ.) και η προέλευση του ονόματός τους είναι, κατά την άποψή μου, καθαρά ελληνική, παρά τα αντιθέτως υποστηριζόμενα από πολλούς. Ότι, δηλαδή, η λέξη Γουλάς προέρχεται από την τουρκική λέξη kule.
Η δική μου άποψη είναι ότι προέρχεται από την ομηρική λέξη «λάας» που σημαίνει λίθος, πέτρα (Ιλ. Γ12, Ζ268, Οδ. Λ598, Ν163 κλπ.), η οποία αργότερα στους αττικούς συγγραφείς απαντάται ως συνηρημένος τύπος «λας» (Σοφ.Ο.Κ. 196 κλπ.). Με την ονομασία «Λάας» υπήρχε στη Λακωνία και στην περιοχή που σήμερα ονομάζεται λόφος του Πασσαβά πόλη, στην οποία αναφέρεται ο Όμηρος στη Ραψωδία Β΄(στίχοι 581-585) της Ιλιάδας, καθώς και ο Παυσανίας στα Λακωνικά του (ΧΙV.6-11) την οποία αποκαλεί Λας. Λόγο περί αυτής κάνει αργότερα (6ος μ.Χ. αιώνας) και ο Στέφανος Βυζάντιος, ο οποίος γράφει: «Κείται δε επί πέτρας υψηλής, διό και Λα καλείται.» βλ. Άννας Λιναρδάκη, Πασσαβάς-Λας-Χωσιάρι).
Μ ε το πέρασμα των χρόνων, οι ανάγκες της γλώσσας ανάγκασαν το λαό να προσθέσει μπροστά από το αρχικό γράμμα της λέξης λας το γράμμα γ κι’ έτσι, πλέον, αντί για τον τύπο λας χρησιμοποιείται ο τύπος γλας, με την ίδια πάντα σημασία: το λίθο, την πέτρα, το βραχώδες ύψωμα. Κάτι ανάλογο, άλλωστε, έγινε και με την αρχική λέξη λάρος που ο λαός για την εξυπηρέτηση της γλώσσας του τη μετέτρεψε με την προσθήκη στη αρχή του γράμματος γ σε γλάρος. Σπουδαία, από αρχαιολογικής άποψης, περίπτωση βραχώδους υψώματος με την ονομασία Γλας (Glas στη διεθνή Αρχαιολογία) είναι το βραχώδες ύψωμα στην άλλοτε λίμνη (και τώρα λεκανοπέδιο) Κωπαΐδας, όπου ανακαλύφθηκε πολύ μεγάλη και πολύ σημαντική μυκηναϊκή ακρόπολη (βλ. σχετ. λήμμα στην Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος-Λαρούς- Μπριτάνικα).
Για την ίδια αιτία (τη γλωσσική δηλ. εξυπηρέτηση), τα βραχώδη υψώματα που περιστοιχίζονταν από τείχη και αποτελούσαν φρούρια (Γλας) μετονομάσθηκαν από το λαό σε Γουλάς με την παρεμβολή μεταξύ του γ και του λ του δίφθογγου ου.
Από τη λέξη Γουλάς και με αναβιβασμό του τόνου προήλθε, κατά την εκδοχή αυτή, το επώνυμο Γούλας, κατ’ αναλογία του Σταύρος από το Σταυρός, του Χρίστος από το Χριστός, του Λάμπρος από το λαμπρός κλπ. και σημαίνει τον κάτοικο ή τον υπερασπιστή του Γουλά και κατ’ επέκταση τον γενναίο , τον δυνατό. Οι διαμένοντες- υπερασπιστές του Γουλά λέγονταν και Γουλιώτες. (βλέπε σχετ. και αναφορά του Δ. Πλαπούτα προς τον Πρόεδρο της Εθνικής Γενικής Συνελεύσεως στο Βιβλίο του Ανδρέα Μαμούκα «Τα κατά την αναγέννησιν της Ελλάδος, ήτοι Συλλογή των περί την αναγεννομένην Ελλάδα συνταχθέντων πολιτευμάτων, νόμων και άλλων επισήμων πράξεων από το 1821 μέχρι τέλους 1832»,τόμος 6ος ,σελ.38).
Κατά την τρίτην εκδοχή , το επώνυμο Γούλας προέρχεται από το βαπτιστικό όνομα Γεώργιος, από το οποίο προήλθε το χαϊδευτικό Γεωργούλας και από αυτό στη συνέχεια το επώνυμο Γούλας, με αποκοπή του πρώτου συνθετικού Γεωργ.
Περιπτώσεις ατόμων με το μικρό όνομα Γούλας, συναντάμε κυρίως στη Στερεά και Βόρεια Ελλάδα, καθώς και στην Ήπειρο. Ενδεικτικά αναφέρεται ο Γούλας Δράσκος, κλαφταρματωλός από την Πιερία, που συμμετείχε ενεργά στον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα κατά των Τούρκων, από τους οποίους εφονεύθη το 1824 στα Ψαρρά κατά την καταστροφή του ηρωικού νησιού.
Ποία από τις τρεις εκδοχές είναι πιο πιθανή; Κατά την άποψή μου και οι τρεις μπορούν να γίνουν αποδεκτές, με τη σκέψη ότι αλλού η προέλευση του συγκεκριμένου επωνύμου οφείλεται στην πρώτη, αλλού στη δεύτερη και αλλού στην τρίτη. Προσωπικά, πάντως, θεωρώ πιθανότερες την πρώτη και την δεύτερη.
ΧΡΟΝΟΣ ΚΑΙ ΤΟΠΟΣ ΕΜΦΑΝΙΣΗΣ
Το πότε και πού άρχισε να χρησιμοποιείται για πρώτη φορά το επώνυμο Γούλας είναι αδύνατον να προσδιορισθεί, όπως συμβαίνει και με τα άλλα επώνυμα. Άλλωστε, η καθιέρωση ενός επωνύμου είναι ένα ασήμαντο γεγονός, για το οποίο η ιστορία δεν έχει λόγο να ασχολείται, εκτός και αν πρόκειται για εξαιρετική περίπτωση που έχει να κάνει πρωτίστως με ιστορικό πρόσωπο. Μία αμυδρά, πάντως, ιδέα μπορούμε να πάρουμε είτε από τα όποια μεταγενέστερα γραπτά κείμενα υπάρχουν είτε από τη λαϊκή παράδοση.
1.- Οι πρώτες γραπτές πληροφορίες για το επώνυμο Γούλας.
Με βάση παλιά κείμενα που εντόπισε ο γράφων, πρόσωπα στη χώρα μας με το επώνυμο Γούλας υπήρχαν ήδη από το 1600 μ.Χ. Συγκεκριμένα στο βιβλίο « Νεαμονήσια» των ιεροδιδασκάλου Νικηφόρου και καθηγουμένου Γρηγορίου Φωτεινού, το οποίο εκδόθηκε στη Χίο το 1865 και περιέχει χρυσόβουλα, διαθήκες, πράξεις δωρεάς ή αγοραπωλησίας κλπ. της Ιεράς Νεάς Μονής Χίου αναφέρονται τα ονόματα των Νικόλα Γούλα (1652) στη σελ.214 και Δημητρίου Γούλα(1673) στη σελ.209, οι οποίοι χρησιμοποιήθηκαν ως μάρτυρες σε πράξεις της Μονής. Με βάση αυτά τα στοιχεία (ενδεχομένως να υπάρχουν και παλαιότερα τα οποία αγνοεί ο γράφων) και το γεγονός ότι αναφέρονται περισσότερα του ενός πρόσωπα κατά τους χρόνους εκείνους με το συγκεκριμένο επώνυμο, οδηγούμεθα αβίαστα στη σκέψη ότι το επώνυμο Γούλας πρέπει να ήταν σε χρήση και πριν από το 1600 μ.Χ.
Σto Internet και στην ιστοσελίδα Greek lastames-Ελληνικά επίθετα αναφέρονται ονοματεπώνυμα βυζαντινών αξιωματούχων, «των οποίων οι σφραγίδες έχουν βρεθεί από τη Σικελία, τη Βουλγαρία μέχρι και την Ουκρανία και αλλού». Μεταξύ των ονομάτων περιλαμβάνεται και το όνομα του Θεόφιλου Γούλα (11οςαιών), χωρίς, όμως, ο ερευνητής να αναφέρει τη συγκεκριμένη πηγή από την οποία άντλησε την πληροφορία αυτή.
Από την άλλη πλευρά, στη Γαλλία υπάρχουν στοιχεία ότι το επώνυμο Γούλας ήταν σε χρήση τουλάχιστον από τον 14ο μ.Χ. αιώνα. Τις σχετικές πληροφορίες μας τις δίδει ο Nikolas Goulas (1603-1683), τζέντελμαν του θαλάμου του Δούκα της Ορλεάνης, στο έργο του «Memoires et autres inedits». Στο έργο του αυτό ο Nikolas Goulas αναφέρεται, μεταξύ άλλων, και στο γενεαλογικό της οικογενείας του (από την οποία προήλθαν δικηγόροι στο κοινοβούλιο, σύμβουλοι στο Ελεγκτικό Συνέδριο κλπ.), ανατρέχοντας σε πρόσωπα που έζησαν με το ίδιο επώνυμο στα μέσα περίπου του 14ου αιώνα (Robert Goulas, Leonard Goulas κλπ.).
2.-Από πού ξεκίνησε το επώνυμο Γούλας.
• Ο Τάκης Κ. Γούλας που έχει ιδιαίτερα ασχοληθεί με το επώνυμο Γούλας και έχει κάνει περιοδείες σε πολλές περιοχές της χώρας μας ,όπου απαντάται το επώνυμο αυτό, και έχει καταγράψει τις τοπικές παραδόσεις, υποστηρίζει ότι για πρώτη φορά το συγκεκριμένο επώνυμο εμφανίζεται, σύμφωνα με την παράδοση, στην ορεινή ζώνη της κεντρικής και νότιας Πίνδου (Τζουμέρκα και Άγραφα). Σε αδημοσίευτη εργασία του που είχε την ευγενή καλοσύνη να μου στείλει, γράφει: «Ο ακριβής χρόνος εμφάνισης του επωνύμου δεν είναι γνωστός. Υπάρχουν ενδείξεις ότι κατά την εποχή της Ρωμαϊκής κυριαρχίας, 146 π.χ. και μετά χρησιμοποιείται στην περιοχή Δωδώνης-Μετσόβου-Συρράκου και αργότερα σε άλλες περιοχές της Ηπείρου και της υπόλοιπης Ελλάδας. Οι Γουλαίοι αναπτύχθηκαν πάρα πολύ στην περιοχή της Ηπείρου και με βάση τις περιοχές Συρράκου- Δωδώνης δημιούργησαν μεγάλο εμπόριο με τις γύρω περιοχές και τα γειτονικά κράτη προς βορρά (Αυστρία, Ρουμανία, Ουγγαρία, Ρωσσία) και τις αγορές Ανατολής και Δύσης…… Ο Αλή Πασάς κατήργησε τα προνόμια προς τους κατοίκους των περιοχών των ορεινών περασμάτων και τους ανάγκασε να εγκαταλείψουν την περιοχή τους. Κατόπιν αυτού άρχισε η μεγάλη έξοδός τους μαζί με άλλες φιλικές οικογένειες από την περιοχή (…………..) προς τις εξής κατευθύνσεις:
. Παραθαλάσσιες περιοχές της Ηπείρου: Πρέβεζα, Άρτα (Πέτα, Κομπότι κλπ.).
. Νότια Πίνδος: Καρπενήσι, Αγρίνιο, περιοχή Αγράφων.
. Μακεδονία, Γρεβενά, Κοζάνη, Βέροια, Θες/νίκη, Κιλκίς, Σέρρες, Νιγρίτα.
. Θράκη: Κομοτηνή.
. Θεσσαλία: Τρίκαλα, Πύλη, Μουζάκι, Καρδίτσα.».
Κατά την άποψή μου, το επώνυμο Γούλας εμφανίσθηκε το πρώτον στη Γαλλία και μεταφέρθηκε στην Ελλάδα κατά την περίοδο της Φραγκοκρατίας. Την περίοδο, δηλαδή, της κυριαρχίας επί των ελληνικών εδαφών των Φράγκων και γενικότερα των ευρωπαϊκών λαών που συμμετείχαν στις σταυροφορίες. Η εκδοχή αυτή στηρίζεται στα εξής δεδομένα: α) Η λέξη «γούλα», από την οποία κατά πάσαν πιθανότητα προήλθε το επώνυμο Γούλας, προέρχεται από τη λατινική λέξη gula, δηλ. από λέξη γλώσσας που είχε επηρεάσει και εμπλουτίσει σημαντικά τις γλώσσες των λαών της Δύσης. Αυτό μας οδηγεί στη σκέψη ότι η συγκεκριμένη λέξη (με ό,τι αυτή σήμαινε) μπορούσε πιο εύκολα να αποτελέσει τη βάση δημιουργίας παρωνυμίου και στη συνέχεια επωνύμου σε λαούς που την είχαν αιώνες πριν σε χρήση, παρά στον ελληνικό λαό, που σύμφωνα με τα προεκτεθέντα την ενέταξε στο λεξιλόγιό του στα τέλη του Μεσαίωνα, κατά την περίοδο δηλ. της Φραγκοκρατίας. β) Το επώνυμο Γούλας, σύμφωνα επίσης με τα προεκτεθέντα, ήταν εν χρήσει στη Γαλλία πριν εμφανισθεί στον ελληνικό χώρο. γ) Το εν λόγω επώνυμο απαντάται περισσότερο από κάθε άλλη πολιτεία των ΗΠΑ στη Λουιζιάνα, η οποία έγινε αποικία των Γάλλων το 1731.
Με βάση την προεκτεθείσα άποψη, το επώνυμο Γούλας μεταφέρθηκε στον ελλαδικό χώρο ευθύς εξ αρχής ως επώνυμο από τους Φράγκους και δεν προήλθε από παρωνύμιο. Η διάδοσή του δε σε διάφορα μέρη της Ελλάδας οφείλεται στην επιμειξία αυτών με γυναίκες της κατακτημένης χώρας, κατά το πλείστον βιαίως ενδεχομένως δε και οικειοθελώς σε ορισμένες περιπτώσεις. Από την επιμειξία αυτή προέκυψαν κυρίως οι λεγόμενοι γασμούλοι, νόθα τέκνα Φράγκων και Ελληνίδων, οι οποίοι ήσαν ιδιαιτέρως αξιόλογοι στρατιώτες, γιατί συνδύαζαν «την πρόνοιαν των Ελλήνων μετά της λατινικής ευθαρσίας» (βλ. Ουίλ. Μίλλερ : Ιστορία της Φραγκοκρατίας στην Ελλάδα τα, Α΄ σ.175). Τα παιδιά που γεννιούνταν από ένωση Φράγκων με Ελληνίδες φυσικό ήταν να ελάμβαναν το επώνυμο των πατεράδων τους, αν η ένωση ήταν νόμιμη, ή να έφεραν το επώνυμο του πατέρα τους ως παρωνύμιο (παρατσούκλι), αν επρόκειτο για γέννηση εκτός γάμου, που στη συνέχεια μετετράπη σε κανονικό επώνυμο. Έτσι παιδιά από πατεράδες με επώνυμο Γούλας (Goulas) απέκτησαν κι’ αυτά, είτε με τον ένα τρόπο είτε με τον άλλο, το ίδιο επώνυμο.
.
(vasgoulas@gmail.com)
ΓΕΝΙΚΑ ΠΕΡΙ ΕΠΩΝΥΜΟΥ.
Η λέξη επώνυμο είναι σύνθετη από την πρόθεση επί και το ουσιαστικό όνομα (επί+όνομα). Επομένως, όπως και η ίδια δηλώνει, αποτελεί πρόσθετο όνομα στο κυρίως όνομα του προσώπου (το μικρό) και με τη χρησιμοποίησή του προσδιορίζεται η οικογενειακή καταγωγή του συγκεκριμένου ατόμου. Στην πράξη, δηλαδή, είναι το οικογενειακό όνομα του προσώπου σε αντιδιαστολή προς το κύριο όνομά του.
Οι λόγοι που επέβαλαν στις ανθρώπινες κοινωνίες την καθιέρωση επωνύμου δίπλα στο κύριο όνομα είναι κατ’ αρχήν καθαρώς πρακτικοί. Από τη στιγμή, δηλαδή , που οι ανθρώπινες κοινωνίες άρχισαν να διευρύνονται και τα άτομα που τις αποτελούσαν να πολλαπλασιάζονται, το κύριο όνομα δεν ήταν πια αρκετό από μόνο του να προσδιορίζει ένα άτομο. Κι’ αυτό, γιατί το ίδιο κύριο όνομα το έφεραν πολλά άτομα και, ως εκ τούτου, δημιουργείτο σύγχυση ανάμεσα στα μέλη της κοινωνίας σχετικά με το άτομο στο οποίο αναφερόταν η επίκληση ενός ονόματος. Προέκυψε, λοιπόν, η ανάγκη να βρεθεί ένας τρόπος σαφούς διάκρισης και προσδιορισμού των ατόμων, ώστε να εκλείψει αυτή η σύγχυση. Έτσι καθιερώθηκε το επώνυμο το οποίο προσδιόριζε την οικογενειακή καταγωγή του ατόμου. Πέρα, όμως, από τους πρακτικούς λόγους, η καθιέρωση του επωνύμου επιβλήθηκε με την πάροδο των χρόνων και για λόγους νομικούς, όπως είναι η κατοχύρωση περιουσιακών και κληρονομικών δικαιωμάτων, η ρύθμιση εννόμων σχέσεων με άλλα φυσικά ή νομικά πρόσωπα, οι κοινωνικές σχέσεις κλπ. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, μέσω δηλ. του κυρίου ονόματος και του επωνύμου, το άτομο εξατομικεύεται στον εξωτερικό χώρο, αποτελεί ξεχωριστή προσωπικότητα και διακρίνεται από τα άλλα άτομα που συναποτελούν την ανθρώπινη κοινωνία.
Το επώνυμο σήμερα αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο της προσωπικότητας του ατόμου και ταυτόχρονα συνιστά δικαίωμα και υποχρέωση του. Όλοι οι άνθρωποι δικαιούνται και συγχρόνως υποχρεούνται να φέρουν επώνυμο, όπως και κύριο όνομα.
Τα επώνυμα στη χώρα μας κατατάσσονται σε διάφορες κατηγορίες, ανάλογα με το κριτήριο κατάταξης που χρησιμοποιεί κανείς. Σύμφωνα, πάντως, με τον Μανώλη Τριανταφυλλίδη με βάση το κριτήριο προέλευσης κατατάσσονται στις εξής κατηγορίες: α)πατρωνυμικά (π.χ. Γιάννης Δήμου από το Γιάννης του Δήμου), β)μητρωνυμικά (Γιάννης Μήτσαινας από το Γιάννης της Μήτσαινας), γ)εθνικά ( π.χ. Αρμένης), δ)πατριδωνυμικά (π.χ. Πολίτης=από την Πόλη), ε)παρατσούκλια (π.χ. Κοκκαλιάρης), στ)ξενικά οικογενειακά (π.χ.Φιξ).
ΠΡΟΕΛΕΥΣΗ ΤΟΥ ΕΠΩΝΥΜΟΥ «ΓΟΥΛΑΣ»
Ένα από τα επώνυμα που χρησιμοποιούντα στη χώρα μας είναι και το επώνυμο «Γούλας», το οποίο δεν είναι μεν ευρέως εν χρήσει, πλην, όμως, απαντάται σχεδόν σ’ όλα τα μέρη της πατρίδας μας, αλλά και σε άλλες χώρες. Από πού, όμως, προέρχεται το επώνυμο αυτό; Οι πιθανότερες εκδοχές είναι οι ακόλουθες:
Κατά την πρώτη από αυτές, το επώνυμο «Γούλας» οφείλει την προέλευσή του σε παρωνύμιο (παρατσούκλι). Συγκεκριμένα, προέρχεται από τη λέξη «γούλα», η οποία με τη σειρά της προέρχεται από τη λατινική λέξη «gula» (=οισοφάγος). Η προέλευση της εν λόγω ελληνικής λέξης από τη λατινική γίνεται ευρέως αποδεκτή από τους λεξικογράφους (βλ. σχετ. Ιστορικόν Λεξικόν της Νέας Ελληνικής της Ακαδημίας Αθηνών, Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας Γ. Μπαμπινιώτη, Λεξικόν της Ελληνικής Γλώσσης Δ. Δημητράκου, Λεξικό της Εγκυκλοπαίδειας Πάπυρος- Λαρούς- Μπριτάνικα κλπ.).
Στην ελληνική γλώσσα η λέξη «γούλα» απαντάται με διάφορες σημασίες. Στη Ζωολογία σημαίνει πτύχωση του οισοφάγου πολλών πτηνών σε σχήμα ασκού , στην οποία φυλάσσεται η τροφή για μετέπειτα αφομοίωση της ή για μάσημα της πριν από το τάισμα των νεογνών, ο οισοφάγος (Λεξικό Μπαμπινιώτη). Στην Αλιευτική ονομάζεται ο τελικός σάκκος της τράτας, μέσα στον οποίο οδηγούνται τα ψάρια και συλλαμβάνονται (Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια Δρανδάκη). Στη Φυτολογία ονομάζεται είδος τεύτλου και κατ’ επέκταση το γουλί διαφόρων λαχανικών (Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος-Λαρούς-Μπριτάνικα).
Άξιο ιδιαίτερης αναφοράς είναι οι έννοιες που αποδίδονται στη λέξη «γούλα» στο Ιστορικό Λεξικό της Ακαδημίας Αθηνών, όπως τις κατέγραψαν οι συντάκτες του στα διάφορα μέρη της Ελλάδας και εκτός αυτής ,όπου ζούσε ελληνικός πληθυσμός (Μικρά Ασία , Πόντος κλπ.). Μερικές από τις έννοιες αυτές, οι οποίες ξεπερνούν τις τριάντα , είναι οι ακόλουθες (μέσα σε παρένθεση φράσεις, παροιμίες κλπ. που συνέλεξαν οι συντάκτες του λεξικού και που τεκμηριώνουν την αντίστοιχη έννοια): α) ο πρόβολος των πτηνών (είναι γεμάτες οι γούλες των ορνίθω, η γούλη της κότας είναι πρησμένη), β) ο οισοφάγος και κατ’επέκταση ο στόμαχος ( κατεβάζει πολλά η γούλα του), γ) ο λαιμός εξωτερικά (έκοψαν τη γούλα του=το λαιμό του), δ) το στόμα ( έχει τη γούλα του ανοιχτή), ε) το άτομο (εφτά γούλες είμες απεσ’ ΄ς σο οσπίτ=εφτά άτομα είμαστε στο σπίτι), στ) η σιαγόνα ( ήτρωε με τσι δυό τζη γούλες ), ζ) η παρειά ( έχει μνιά γούλα ροδοκόκκινη σαν το ρόιδο), η) ο αδένας αμυγδαλή του λάρυγγα (πρηστήκανε οι γούλες μου), θ) ο λαιμός, το στόμιο διαφόρων αντικειμένων (βαν’ το χωνί αυτού ‘ς τη γούλ’ να ρίξω το μούστο), ι) η κοιλιά και γενικά το πεπτικό σύστημα του ανθρώπου ( όλο ρίχνει ‘ς τη γούλα του και δε χορταίνει), ιβ) ο αποφλοιωμένος βλαστός της κράμβης ή ο βλαστός και η βολβώδης ρίζα διαφόρων χόρτων ( καθάρισέ μου τη γούλα του φρύου απού μ’ αρέσει), ιγ) η λαιμαργία ( η γούλα τρώει το γουλά=τον πύργο, από τη γούλα σου έκαψες τη σακκούλα σου), ιδ) ως επίθετο( γούλας) ο λαίμαργος ( όλοι άτουνα γούλες είναι=όλοι αυτοί είναι λαίμαργοι), ιε) η πείνα, η όρεξη, η χαρά κλπ.
Η λέξη « γούλα» δεν απαντάται στην αρχαία ελληνική γραμματεία. Για πρώτη φορά, κατά τη γνώμη μου, απαντάται στο έργο του Ερωτιανού( έκδοση Nackmanson sel.65) «Των παρ’ Ιπποκράτει λέξεων συναγωγή», (όιος στόμαχος, γούλα προβάτου, όιος γαρ το πρόβατον. Κοινώς δε του ανθρώπου). Ο Ερωτιανός ήταν Έλληνας γραμματικός, πιθανόν Αλεξανδρινός, που έζησε κατά τον 1ο μ.Χ. αιώνα και έγραψε γλωσσάριο για τα έργα του Ιπποκράτη. Το έργο του αυτό αποτελεί ένα από τα σπουδαιότερα επιτεύγματα της ελληνικής λεξικογραφίας.
Στους Βυζαντινούς χρόνους η λέξη «γούλα» απαντάται στα «Πτωχοπροδρομικά», στα ποιήματα δηλ. που γράφθηκαν από το λόγιο του 12ου αιώνα Θεόδωρο Πρόδρομο ή Πτωχοπρόδρομο, και τα οποία απευθύνει στον αυτοκράτορα Ιωάννη Κομνηνό (ή στο γυιό του Μανουήλ) ζητώντας του χρηματική βοήθεια, λόγω της μεγάλης του φτώχειας (« και καν ψωμίν ο κηπουρός να χόρταινα και γούλας» βλπ. Ποίημα Α΄στχ.214). Επίσης απαντάται στο ποίημα «Διήγησις παιδιόφραστος των τετραπόδων ζώων» («έχουν το εις τα λάχανα, τα λέγουσιν οφρύγια και εις τας γούλας τας χοντράς, τας λέγουνε κουρούκλες» στχ. 601-602). Πέραν των ανωτέρω, απαντάται ακόμη και σε άλλα κείμενα, όπως στο ποίημα «Διήγησις ή Ριμάδα περί Βελισσαρίου ή Βελισσαρίου Μυθιστόρημα» που αναφέρεται στα κατορθώματα και στο τραγικό τέλος του σπουδαίου στρατηγού του Ιουστινιανού Βελισσαρίου (τυπώθηκε για πρώτη φορά στη Βενετία κατ’ άλλους το 1525 και κατ’ άλλους το 1548), στο ποίημα «Θανατικό της Ρόδου» του Ρόδιου ποιητή του 15ου αιώνα Εμμαμουήλ Λιμενίτη- Γεωργαλά («η γούλα και το πόρνευμα το ένα σύρει τα’ άλλο») κλπ.
Από τη «γούλα», λοιπόν, φαίνεται ότι προήλθε το παρωνύμιο ( παρατσούκλι) «γούλας», το οποίο αναφερόταν στο λαίμαργο άνθρωπο (όλοι άτουνα γούλες είναι=όλοι αυτοί είναι λαίμαργοι). Αναφερόταν, ακόμη, και στον καλοφαγά (είδες γούλα που την έχει) και στον ωραιοπρόσωπο (έχει μνιά γούλα ροδοκόκκινη σαν το ρόιδο). Με την πάροδο, όμως, των ετών το συγκεκριμένο παρωνύμιο απώλεσε την αρχική του σημασία (του λαίμαργου ή του καλοφαγά ή του ωραιοπρόσωπου) και κατέστη οικογενειακό επώνυμο, όπως, άλλωστε, συνέβη και με όλα τα επώνυμα που προέρχονται από παρωνύμια.
Κατά τη δεύτερη εκδοχή το επώνυμο «Γούλας» προέρχεται από το τοπωνύμιο «Γουλάς ή Γούλας». Τοπωνύμια με την ονομασία αυτή υπάρχουν σε πολλά μέρη της Ελλάδας (Κρήτη, Σαντορίνη, Μονεμβασία, Ήπειρος, Στερεά Ελλάδα κλπ.) και η προέλευση του ονόματός τους είναι, κατά την άποψή μου, καθαρά ελληνική, παρά τα αντιθέτως υποστηριζόμενα από πολλούς. Ότι, δηλαδή, η λέξη Γουλάς προέρχεται από την τουρκική λέξη kule.
Η δική μου άποψη είναι ότι προέρχεται από την ομηρική λέξη «λάας» που σημαίνει λίθος, πέτρα (Ιλ. Γ12, Ζ268, Οδ. Λ598, Ν163 κλπ.), η οποία αργότερα στους αττικούς συγγραφείς απαντάται ως συνηρημένος τύπος «λας» (Σοφ.Ο.Κ. 196 κλπ.). Με την ονομασία «Λάας» υπήρχε στη Λακωνία και στην περιοχή που σήμερα ονομάζεται λόφος του Πασσαβά πόλη, στην οποία αναφέρεται ο Όμηρος στη Ραψωδία Β΄(στίχοι 581-585) της Ιλιάδας, καθώς και ο Παυσανίας στα Λακωνικά του (ΧΙV.6-11) την οποία αποκαλεί Λας. Λόγο περί αυτής κάνει αργότερα (6ος μ.Χ. αιώνας) και ο Στέφανος Βυζάντιος, ο οποίος γράφει: «Κείται δε επί πέτρας υψηλής, διό και Λα καλείται.» βλ. Άννας Λιναρδάκη, Πασσαβάς-Λας-Χωσιάρι).
Μ ε το πέρασμα των χρόνων, οι ανάγκες της γλώσσας ανάγκασαν το λαό να προσθέσει μπροστά από το αρχικό γράμμα της λέξης λας το γράμμα γ κι’ έτσι, πλέον, αντί για τον τύπο λας χρησιμοποιείται ο τύπος γλας, με την ίδια πάντα σημασία: το λίθο, την πέτρα, το βραχώδες ύψωμα. Κάτι ανάλογο, άλλωστε, έγινε και με την αρχική λέξη λάρος που ο λαός για την εξυπηρέτηση της γλώσσας του τη μετέτρεψε με την προσθήκη στη αρχή του γράμματος γ σε γλάρος. Σπουδαία, από αρχαιολογικής άποψης, περίπτωση βραχώδους υψώματος με την ονομασία Γλας (Glas στη διεθνή Αρχαιολογία) είναι το βραχώδες ύψωμα στην άλλοτε λίμνη (και τώρα λεκανοπέδιο) Κωπαΐδας, όπου ανακαλύφθηκε πολύ μεγάλη και πολύ σημαντική μυκηναϊκή ακρόπολη (βλ. σχετ. λήμμα στην Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος-Λαρούς- Μπριτάνικα).
Για την ίδια αιτία (τη γλωσσική δηλ. εξυπηρέτηση), τα βραχώδη υψώματα που περιστοιχίζονταν από τείχη και αποτελούσαν φρούρια (Γλας) μετονομάσθηκαν από το λαό σε Γουλάς με την παρεμβολή μεταξύ του γ και του λ του δίφθογγου ου.
Από τη λέξη Γουλάς και με αναβιβασμό του τόνου προήλθε, κατά την εκδοχή αυτή, το επώνυμο Γούλας, κατ’ αναλογία του Σταύρος από το Σταυρός, του Χρίστος από το Χριστός, του Λάμπρος από το λαμπρός κλπ. και σημαίνει τον κάτοικο ή τον υπερασπιστή του Γουλά και κατ’ επέκταση τον γενναίο , τον δυνατό. Οι διαμένοντες- υπερασπιστές του Γουλά λέγονταν και Γουλιώτες. (βλέπε σχετ. και αναφορά του Δ. Πλαπούτα προς τον Πρόεδρο της Εθνικής Γενικής Συνελεύσεως στο Βιβλίο του Ανδρέα Μαμούκα «Τα κατά την αναγέννησιν της Ελλάδος, ήτοι Συλλογή των περί την αναγεννομένην Ελλάδα συνταχθέντων πολιτευμάτων, νόμων και άλλων επισήμων πράξεων από το 1821 μέχρι τέλους 1832»,τόμος 6ος ,σελ.38).
Κατά την τρίτην εκδοχή , το επώνυμο Γούλας προέρχεται από το βαπτιστικό όνομα Γεώργιος, από το οποίο προήλθε το χαϊδευτικό Γεωργούλας και από αυτό στη συνέχεια το επώνυμο Γούλας, με αποκοπή του πρώτου συνθετικού Γεωργ.
Περιπτώσεις ατόμων με το μικρό όνομα Γούλας, συναντάμε κυρίως στη Στερεά και Βόρεια Ελλάδα, καθώς και στην Ήπειρο. Ενδεικτικά αναφέρεται ο Γούλας Δράσκος, κλαφταρματωλός από την Πιερία, που συμμετείχε ενεργά στον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα κατά των Τούρκων, από τους οποίους εφονεύθη το 1824 στα Ψαρρά κατά την καταστροφή του ηρωικού νησιού.
Ποία από τις τρεις εκδοχές είναι πιο πιθανή; Κατά την άποψή μου και οι τρεις μπορούν να γίνουν αποδεκτές, με τη σκέψη ότι αλλού η προέλευση του συγκεκριμένου επωνύμου οφείλεται στην πρώτη, αλλού στη δεύτερη και αλλού στην τρίτη. Προσωπικά, πάντως, θεωρώ πιθανότερες την πρώτη και την δεύτερη.
ΧΡΟΝΟΣ ΚΑΙ ΤΟΠΟΣ ΕΜΦΑΝΙΣΗΣ
Το πότε και πού άρχισε να χρησιμοποιείται για πρώτη φορά το επώνυμο Γούλας είναι αδύνατον να προσδιορισθεί, όπως συμβαίνει και με τα άλλα επώνυμα. Άλλωστε, η καθιέρωση ενός επωνύμου είναι ένα ασήμαντο γεγονός, για το οποίο η ιστορία δεν έχει λόγο να ασχολείται, εκτός και αν πρόκειται για εξαιρετική περίπτωση που έχει να κάνει πρωτίστως με ιστορικό πρόσωπο. Μία αμυδρά, πάντως, ιδέα μπορούμε να πάρουμε είτε από τα όποια μεταγενέστερα γραπτά κείμενα υπάρχουν είτε από τη λαϊκή παράδοση.
1.- Οι πρώτες γραπτές πληροφορίες για το επώνυμο Γούλας.
Με βάση παλιά κείμενα που εντόπισε ο γράφων, πρόσωπα στη χώρα μας με το επώνυμο Γούλας υπήρχαν ήδη από το 1600 μ.Χ. Συγκεκριμένα στο βιβλίο « Νεαμονήσια» των ιεροδιδασκάλου Νικηφόρου και καθηγουμένου Γρηγορίου Φωτεινού, το οποίο εκδόθηκε στη Χίο το 1865 και περιέχει χρυσόβουλα, διαθήκες, πράξεις δωρεάς ή αγοραπωλησίας κλπ. της Ιεράς Νεάς Μονής Χίου αναφέρονται τα ονόματα των Νικόλα Γούλα (1652) στη σελ.214 και Δημητρίου Γούλα(1673) στη σελ.209, οι οποίοι χρησιμοποιήθηκαν ως μάρτυρες σε πράξεις της Μονής. Με βάση αυτά τα στοιχεία (ενδεχομένως να υπάρχουν και παλαιότερα τα οποία αγνοεί ο γράφων) και το γεγονός ότι αναφέρονται περισσότερα του ενός πρόσωπα κατά τους χρόνους εκείνους με το συγκεκριμένο επώνυμο, οδηγούμεθα αβίαστα στη σκέψη ότι το επώνυμο Γούλας πρέπει να ήταν σε χρήση και πριν από το 1600 μ.Χ.
Σto Internet και στην ιστοσελίδα Greek lastames-Ελληνικά επίθετα αναφέρονται ονοματεπώνυμα βυζαντινών αξιωματούχων, «των οποίων οι σφραγίδες έχουν βρεθεί από τη Σικελία, τη Βουλγαρία μέχρι και την Ουκρανία και αλλού». Μεταξύ των ονομάτων περιλαμβάνεται και το όνομα του Θεόφιλου Γούλα (11οςαιών), χωρίς, όμως, ο ερευνητής να αναφέρει τη συγκεκριμένη πηγή από την οποία άντλησε την πληροφορία αυτή.
Από την άλλη πλευρά, στη Γαλλία υπάρχουν στοιχεία ότι το επώνυμο Γούλας ήταν σε χρήση τουλάχιστον από τον 14ο μ.Χ. αιώνα. Τις σχετικές πληροφορίες μας τις δίδει ο Nikolas Goulas (1603-1683), τζέντελμαν του θαλάμου του Δούκα της Ορλεάνης, στο έργο του «Memoires et autres inedits». Στο έργο του αυτό ο Nikolas Goulas αναφέρεται, μεταξύ άλλων, και στο γενεαλογικό της οικογενείας του (από την οποία προήλθαν δικηγόροι στο κοινοβούλιο, σύμβουλοι στο Ελεγκτικό Συνέδριο κλπ.), ανατρέχοντας σε πρόσωπα που έζησαν με το ίδιο επώνυμο στα μέσα περίπου του 14ου αιώνα (Robert Goulas, Leonard Goulas κλπ.).
2.-Από πού ξεκίνησε το επώνυμο Γούλας.
• Ο Τάκης Κ. Γούλας που έχει ιδιαίτερα ασχοληθεί με το επώνυμο Γούλας και έχει κάνει περιοδείες σε πολλές περιοχές της χώρας μας ,όπου απαντάται το επώνυμο αυτό, και έχει καταγράψει τις τοπικές παραδόσεις, υποστηρίζει ότι για πρώτη φορά το συγκεκριμένο επώνυμο εμφανίζεται, σύμφωνα με την παράδοση, στην ορεινή ζώνη της κεντρικής και νότιας Πίνδου (Τζουμέρκα και Άγραφα). Σε αδημοσίευτη εργασία του που είχε την ευγενή καλοσύνη να μου στείλει, γράφει: «Ο ακριβής χρόνος εμφάνισης του επωνύμου δεν είναι γνωστός. Υπάρχουν ενδείξεις ότι κατά την εποχή της Ρωμαϊκής κυριαρχίας, 146 π.χ. και μετά χρησιμοποιείται στην περιοχή Δωδώνης-Μετσόβου-Συρράκου και αργότερα σε άλλες περιοχές της Ηπείρου και της υπόλοιπης Ελλάδας. Οι Γουλαίοι αναπτύχθηκαν πάρα πολύ στην περιοχή της Ηπείρου και με βάση τις περιοχές Συρράκου- Δωδώνης δημιούργησαν μεγάλο εμπόριο με τις γύρω περιοχές και τα γειτονικά κράτη προς βορρά (Αυστρία, Ρουμανία, Ουγγαρία, Ρωσσία) και τις αγορές Ανατολής και Δύσης…… Ο Αλή Πασάς κατήργησε τα προνόμια προς τους κατοίκους των περιοχών των ορεινών περασμάτων και τους ανάγκασε να εγκαταλείψουν την περιοχή τους. Κατόπιν αυτού άρχισε η μεγάλη έξοδός τους μαζί με άλλες φιλικές οικογένειες από την περιοχή (…………..) προς τις εξής κατευθύνσεις:
. Παραθαλάσσιες περιοχές της Ηπείρου: Πρέβεζα, Άρτα (Πέτα, Κομπότι κλπ.).
. Νότια Πίνδος: Καρπενήσι, Αγρίνιο, περιοχή Αγράφων.
. Μακεδονία, Γρεβενά, Κοζάνη, Βέροια, Θες/νίκη, Κιλκίς, Σέρρες, Νιγρίτα.
. Θράκη: Κομοτηνή.
. Θεσσαλία: Τρίκαλα, Πύλη, Μουζάκι, Καρδίτσα.».
Κατά την άποψή μου, το επώνυμο Γούλας εμφανίσθηκε το πρώτον στη Γαλλία και μεταφέρθηκε στην Ελλάδα κατά την περίοδο της Φραγκοκρατίας. Την περίοδο, δηλαδή, της κυριαρχίας επί των ελληνικών εδαφών των Φράγκων και γενικότερα των ευρωπαϊκών λαών που συμμετείχαν στις σταυροφορίες. Η εκδοχή αυτή στηρίζεται στα εξής δεδομένα: α) Η λέξη «γούλα», από την οποία κατά πάσαν πιθανότητα προήλθε το επώνυμο Γούλας, προέρχεται από τη λατινική λέξη gula, δηλ. από λέξη γλώσσας που είχε επηρεάσει και εμπλουτίσει σημαντικά τις γλώσσες των λαών της Δύσης. Αυτό μας οδηγεί στη σκέψη ότι η συγκεκριμένη λέξη (με ό,τι αυτή σήμαινε) μπορούσε πιο εύκολα να αποτελέσει τη βάση δημιουργίας παρωνυμίου και στη συνέχεια επωνύμου σε λαούς που την είχαν αιώνες πριν σε χρήση, παρά στον ελληνικό λαό, που σύμφωνα με τα προεκτεθέντα την ενέταξε στο λεξιλόγιό του στα τέλη του Μεσαίωνα, κατά την περίοδο δηλ. της Φραγκοκρατίας. β) Το επώνυμο Γούλας, σύμφωνα επίσης με τα προεκτεθέντα, ήταν εν χρήσει στη Γαλλία πριν εμφανισθεί στον ελληνικό χώρο. γ) Το εν λόγω επώνυμο απαντάται περισσότερο από κάθε άλλη πολιτεία των ΗΠΑ στη Λουιζιάνα, η οποία έγινε αποικία των Γάλλων το 1731.
Με βάση την προεκτεθείσα άποψη, το επώνυμο Γούλας μεταφέρθηκε στον ελλαδικό χώρο ευθύς εξ αρχής ως επώνυμο από τους Φράγκους και δεν προήλθε από παρωνύμιο. Η διάδοσή του δε σε διάφορα μέρη της Ελλάδας οφείλεται στην επιμειξία αυτών με γυναίκες της κατακτημένης χώρας, κατά το πλείστον βιαίως ενδεχομένως δε και οικειοθελώς σε ορισμένες περιπτώσεις. Από την επιμειξία αυτή προέκυψαν κυρίως οι λεγόμενοι γασμούλοι, νόθα τέκνα Φράγκων και Ελληνίδων, οι οποίοι ήσαν ιδιαιτέρως αξιόλογοι στρατιώτες, γιατί συνδύαζαν «την πρόνοιαν των Ελλήνων μετά της λατινικής ευθαρσίας» (βλ. Ουίλ. Μίλλερ : Ιστορία της Φραγκοκρατίας στην Ελλάδα τα, Α΄ σ.175). Τα παιδιά που γεννιούνταν από ένωση Φράγκων με Ελληνίδες φυσικό ήταν να ελάμβαναν το επώνυμο των πατεράδων τους, αν η ένωση ήταν νόμιμη, ή να έφεραν το επώνυμο του πατέρα τους ως παρωνύμιο (παρατσούκλι), αν επρόκειτο για γέννηση εκτός γάμου, που στη συνέχεια μετετράπη σε κανονικό επώνυμο. Έτσι παιδιά από πατεράδες με επώνυμο Γούλας (Goulas) απέκτησαν κι’ αυτά, είτε με τον ένα τρόπο είτε με τον άλλο, το ίδιο επώνυμο.
.
Δευτέρα 17 Ιανουαρίου 2011
ΕΝΑ ΓΡΑΜΜΑ

Το γράμμα που ακολουθεί το έγραψε ο Θ. Κολοκοτρώνης προς τους Πληρεξουσίους της Ελλάδος στη Γ΄Εθνοσυνέλευση। Απευθύνεται όμως και στους ३०० σημερινους πληρεξουσίους "Αδελφοί Πατριώτες! ...Το έργον των Πληρεξουσίων εις την ενεστώσαν Εθνικήν Συνέλευσιν πρέπει να είναι: Α.Η διόρθωσις εκ των παρελθόντων, Β.Το γενικόν και ουχί το ίδιον συμφέρον και Γ. Το να αποφύγωμεν τας ας εναυαγήσαμεν υφάλους, δι' ου θέλομεν κερδίσει την εύνοιαν του πεφωτισμένου κόσμου και θέλομεν φέρει εσωτερικήν ευταξίαν." Θά λάβουν άραγε το μήνυμα;
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)