Πέμπτη 29 Δεκεμβρίου 2016

Η ΘΕΣΗ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΜΕΣΣΗΝΙΑΚΗΣ ΑΣΙΝΗΣ

    Την αρχαία Μεσσηνιακή Ασίνη την έχτισαν οι κάτοικοι της Αργολικής Ασίνης μετά την εκδίωξή τους από την πατρίδα τους από τους Αργείους, για το λόγο ότι είχαν συμμαχήσει με τους Λακεδαιμονίους, όταν αυτοί με το βασιλιά τους Νίκανδρο επιτέθηκαν κατά  του  Άργους. Οι Ασιναίοι κατέφυγαν, τότε, στους συμμάχους τους Λακεδαιμονίους, οι οποίοι, σε αναγνώριση των υπηρεσιών που τους είχαν προσφέρει,  τούς παραχώρησαν περί το 706 π.Χ. χώρο  στην κατεχόμενη απ’ αυτούς  Μεσσηνία για να κατοικήσουν. Στο χώρο αυτό ίδρυσαν τη νέα τους πόλη, στην οποία έδωσαν το όνομα Ασίνη, σε ανάμνηση της προηγούμενης πατρίδας τους στην Αργολίδα. Στη συνέχεια οι Μεσσήνιοι, όταν ανέκτησαν την ελευθερία τους από τους Λακεδαιμονίους, αναγνώρισαν την πόλη και σεβάστηκαν τους κατοίκους της. Την Ασίνη αυτή οι ιστορικοί την ονόμασαν Μεσσηνιακή Ασίνη, προς διάκριση από την Αργολική Ασίνη.
     Από τους αρχαίους συγγραφείς τις περισσότερες πληροφορίες για τη Μεσσηνιακή Ασίνη μας δίνουν ο Παυσανίας (2ος αιώνας μ.Χ.) στα «Μεσσηνιακά» του (Κεφ.4) και ο Στράβων (67 π.Χ.-23 μ.Χ.) στα «Γεωγραφικά» του (Κεφ. 8). Πού ακριβώς, όμως, ήταν η θέση της Μεσσηνιακής Ασίνης;    
    Έχει επικρατήσει η άποψη ότι η θέση της ταυτίζεται με τη θέση της σημερινής Κορώνης, χωρίς, ωστόσο, αυτό να έχει και  αποδειχθεί κατά τρόπον οριστικό και αδιαμφισβήτητο. Έτσι, υπάρχουν αρκετοί που είτε εκφράζουν απλώς αμφιβολίες για την παραδοχή αυτή είτε είναι σαφώς αντίθετοι.
     Ο Νικ. Παπαχατζής στο πολύ ενδιαφέρον βιβλίο του με τίτλο: «Παυσανίου Ελλάδος Περιήγησις: Μεσσηνιακά - Ηλιακά» (1965), στο οποίο ερμηνεύει και σχολιάζει το κείμενο του Παυσανία, κάνει εκτεταμένη ανάπτυξη του θέματος. Το συμπέρασμά του είναι ότι «η θέση της μεσσηνιακής Ασίνης δεν έχει ακόμη προσδιορισθεί αδιαφιλονίκητα, έχει όμως επικρατήσει να ταυτίζεται η Ασίνη με την Ακρόπολη της σημερινής Κορώνης…Απ’ όλες τις γνωστές προχριστιανικές πόλεις της Μεσσηνίας περισσότερο πιθανό θεωρείται να βρίσκουνταν αυτού η Ασίνη…» (σ.170-174).
     Και συνεχίζει: «Ο Παυσανίας παίρνοντας με τη σειρά, όπως φαίνεται, τις πόλεις που βρίσκονταν στα παράλια του Μεσσηνιακού Κόλπου δυτικά των εκβολών του Παμίσου, αναφέρει πρώτα την Κορώνη, έπειτα το ιερό του Απόλλωνα κορύθου, έπειτα τις Κολωνίδες και, τέλος, την Ασίνη, ως τελευταία πόλη προ του ακρωτηρίου Ακρίτα. Από τις πέντε αυτές θέσεις μόνο το ιερό του Απόλλωνα κορύθου έγινε ασφαλώς γνωστό με επιγραφικό εύρημα. Η ώς σήμερα, όμως, πρόοδος της έρευνας επιτρέπει την αναγνώριση της Κορώνης στο Πεταλίδι, των Κολωνίδων παρά το ιερό του Απόλλωνα κορύθου και της Ασίνης στη θέση της σημερινής Κορώνης…Μία από τις επιγραφές που βρέθηκαν στην Κορώνη (κατά τον καθαρισμό των θεμελίων της παλιάς βασιλικής) συμπληρώθηκε ως εξής από τον ΝValmin (σ.σ. Σουηδός αρχαιολόγος) «Από[λις] |α των κο|[ρωναιων;] |Γ. Ασίνιον| […] |ανον το| [ν αυτας] ευεργ[εταν]|αρετάς[ενεκα] (σ.σ. οι συμπληρώσεις είναι αυτές με έντονα γράμματα). Ο Valmin νομίζει πως αν η συμπλήρωση «α των κο [ρωναιων]» είναι σωστή, πρέπει η σημερινή Κορώνη να είναι η αρχαία Κορώνη και, επομένως, η Ασίνη να ήταν αλλού» (σ. ο έντονος τονισμός λέξεων ή φράσεων εδώ και στη συνέχεια έγινε από εμάς). Αν, όμως, η Ασίνη ήταν «αλλού», όπως αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο ο Σουηδός αρχαιολόγος, τότε πού μπορεί να ήταν;
    Αρκετοί υποστηρίζουν ότι η αρχαία Μεσσηνιακή Ασίνη ήταν στην περιοχή «Φανερωμένη» του Βασιλιτσίου. Ένας από αυτούς είναι ο Αδαμάντιος Κοραής, ο οποίος σχολιάζοντας τα "Γεωγραφικά" του Στράβωνα σημειώνει: "Εν Μεσσηνία εστί πολίχνη, ην ωνόμασαν Ασίνην οι μετοικισθέντες, ομωνύμως τη Αργολική Ασίνη, αφ' ης μετωκοίσθησαν. Καλείται δε νυν η μεν Αργολική Ασίνη Φούρνος, η δε Μεσσηνιακή Φανερωμένη" (βλ. Αδ. Κοραής «Σημειώσεις  εις τα Στράβωνος Γεωγραφικά», μέρος τέταρτο, έκδοση 1819 εν Παρισίοις σελ. 161).
     Άλλος είναι ο Μελέτιος, ο οποίος στο έργο του «Γεωγραφία Παλαιά και Νέα» (τόμ. Β΄σελ.407, Βενετία 1807) αναφέρει ότι «καλείται κοινώς τώρα ο τόπος αυτής (δηλαδή της Ασίνης) Φανερωμένη, κατά τον Σοφιανόν». Ο Νικόλαος Σοφιανός, ο οποίος υπήρξε ιερωμένος-φιλόλογος-τυπογράφος-χαρτογράφος-κωδικογράφος γεννήθηκε στην Κέρκυρα, αλλά σε νεαρή ηλικία πήγε στη Ρώμη, όπου σπούδασε στο εκεί Ελληνικό Κολλέγιο. Υπήρξε μία εξαιρετική προσωπικότητα του ελληνισμού που άνθισε στη Δύση κατά τον 15ον αιώνα, μετά την πτώση της βυζαντινής αυτοκρατορίας. Σε χάρτη που επιμελήθηκε ο ίδιος και τυπώθηκε στη Ρώμη το 1552 η Ασίνη (Asine) τοποθετείται στην περιοχή της Φανερωμένης.
     Ακόμη, έχουμε τον Διονύσιο Πύρρο, τον Θετταλό, ο οποίος αναφέρει ότι  στην περιοχή της Φανερωμένης υπήρχε στην αρχαιότητα "ναός του Απόλλωνος... έχων και ξόανον χαλκούν, εις το οποίον... οι παλαιοί εκόμιζον τους ασθενείς αυτών και εθεραπεύοντο" (βλ. "Ελλάδος Περιήγησις-Μεσσηνιακά», επιμέλεια και αντιγραφή από τα Γενικά Αρχεία του Κράτους από τον ΣωτΑθανασιάδη, Αθήνα 1984 σελ. 30). Σημειώνεται ότι ο Διονύσιος Πύρρος, ο Θετταλός, γεννήθηκε το 1777 στην Καστανιά Τρικάλων. Έγινε μοναχός, στη συνέχεια ιερέας και, τέλος, διδάκτορας της ιατρικής και χειρουργικής του Πανεπιστημίου της Πάντοβας. Μεταξύ άλλων έγραψε και το έργο  «Ελλάδος Περιήγησις », κατά το πρότυπο του Παυσανία.
    Ο καταγόμενος από την Κορώνη δικηγόρος Κ. Μπεμπόνης, στο βιβλίο του «Κορώνης Ιστορικές Σελίδες» (Αθήνα 1906) γράφει ότι έχει την «ακράδαντο γνώμη» πως η «μεσσηνιακή Ασίνη βρισκόταν στην περιοχή της Φανερωμένης-Αγ. Αναργύρων και όχι στη σημερινή Κορώνη». Τη γνώμη του αυτή στηρίζει όχι μόνο στις σχετικές περί Ασίνης αναφορές του Στράβωνα και του Παυσανία, αλλά και στο γεγονός ότι «συνεχώς και αδιαλείπτως προ ετών ανευρίσκονται ηρειπωμένα τείχη, τεθραυσμένα ποικιλόχρωα αγγεία, νομίσματα, κορμός μαρμάρινος γυναικός ανεσκάφη, εσχάτως δε και ψηφιδωτόν πολυποίκιλτον παρά την θάλασσαν ανεφάνη» (σ.21 και εξής).
    Ο ιστορικός Σαράντος Καργάκος στο έργο του «Ιστορία της αρχαίας Σπάρτης» γράφει για τη Μεσσηνιακή  Ασίνη ότι «χτίστηκε κοντά στη νεώτερη Κορώνη και χρησιμοποιήθηκε ως ναύσταθμος των Λακεδαιμονίων» (Αθήνα 2006 σ.213). Το ίδιο αναφέρεται και στο επιστημονικό περιοδικό σύγγραμμα «Αρμονία», στο οποίο διαβάζουμε ότι «παρά την νυν Κορώνην έκειτο πιθανότατα η Ασίνη, όπου οι Σπαρτιάτες έπεμψαν προς ξύλα δια μηχανάς» (τόμος 2ος 1901, σελ. 208). Γίνεται δεκτό, δηλαδή, και στη μία περίπτωση και στην άλλη ότι η Ασίνη βρισκόταν κοντά στη σημερινή Κορώνη και όχι στη θέση αυτής, άποψη που παραπέμπει, εμμέσως πλην σαφώς, στην περιοχή της Φανερωμένης. Ακόμη και στην Ιστορία του Ελληνικού Έθνους (Εκδοτική Αθηνών, τ. Β΄ σ. 54) αναφέρεται ότι «οι Ασιναίοι  κατέφυγαν (σ.σ. μετά την ήττα τους από τους Αργείους)  στους Σπαρτιάτες, οι οποίοι τους βοήθησαν να εγκατασταθούν στο νοτιώτερο μέρος της μεσσηνιακής χερσονήσου, κοντά στο ακρωτήριο Ακρίτα» (και όχι στην Κορώνη).
     Αλλά και ξένοι γεωγράφοι δέχονται ότι η Ασίνη βρισκόταν στην περιοχή της Φανερωμένης και όχι στην περιοχή της Κορώνης. Ο Nicolaus Lorenti π.χ. στο έργο του  Goegrapfia Neograece (εκδοθείσα στη Βιέννη 1838 γράφει: «Ανατολικώτερον της Μεθώνης εύρηται ο Φοινικούς λιμήν …περατούμενος νοτιοανατολικώς δια του ακρωτηρίου Ακρίτας τανύν Καβο-Γάλλος, αρκτικώτερον (σημ. βορειότερον) του οποίου έκειτο το πάλαι η αρχαιοτάτη πόλις Ασίνη… Η Κορώνη οχυρά πόλις επί μιας μικράς γηίνου γλώσσης εντός του Μεσσηνιακού κόλπου αρκτικώτερον (σημ. βορειότερον) της Ασίνης…» (τόμ. 2ος  σ. 587). 
    Στην Ασίνη πρέπει να υπήρχε παλιά «δρυμών» (δρυμός= δάσος από δρύες, δάσος από μεγάλα δέντρα), γι’ αυτό και οι Λακεδαιμόνιοι, όπως σημειώνει ο Θουκυδίδης, κατά το έβδομο έτος του Πελοποννησιακού Πολέμου και ενώ πολεμούσαν εναντίον της Πύλου έστειλαν εδώ πλοία για να πάρουν ξύλα, προκειμένου να κατασκευάσουν πολιορκητικούς κριούς για την προσβολή του τείχους της πόλης από την πλευρά του λιμανιού (βλ.Θουκ. βιβλ. 4, 13, Ιακ. Ραγκαβή «Τα Ελληνικά» τ. 2ος, σ. 556, «Αρμονία», επιστημονικό  σύγγραμμα, Αθήνα 1901 τ.2 σ. 208).
   Το γεγονός της προμήθειας εκ μέρους των Λακεδαιμονίων ξυλείας από την Ασίνη για τις πολιορκητικές μηχανές τους, είναι ένα, επί πλέον, επιχείρημα ότι η Ασίνη βρισκόταν στην περιοχή της Φανερωμένης, η οποία ήταν στους πρόποδες δασώδους (παλιά) βουνού (του Μαυροβουνίου), παρά στην Κορώνη όπου δεν υπήρχε  κοντά δάσος.
   Επίσης, κατά τον Θουκυδίδη (βιβλ.6,93), η Ασίνη ήταν ένας από τους πολεμικούς ναύσταθμους των Λακεδαιμονίων. Από εδώ απέπλευσε το 414 π.Χ. για τη Σικελία ο στρατηγός των Λακεδαιμονίων Γύλιππος εναντίον του αθηναϊκού στρατού και στόλου που είχε εκστρατεύσει κατά της Σικελίας, συμμάχου των Σπαρτιατών, με σκοπό να βοηθήσει τους συμμάχους τους και να πλήξει τους Αθηναίους μακριά από την Αθήνα (βλ. «Ασίνη» στη Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια και Σαράντος Καργάκος «Ιστορία της Αρχαίας Σπάρτης» σ.213).     
    Από την ονομασία της περιοχής στην οποία  είχε ανεγερθεί ο εν λόγω ναός (ακρωτήριο Ακρίτα) πιθανολογείται ότι πήρε ο Απόλλωνας και την προσωνυμία «Ακρίτας» ή «Ακρείτας», μία ακόμη από τις πολλές προσωνυμίες που του είχαν προσδώσει οι άνθρωποι.  Οι Λακεδαιμόνιοι, μάλιστα είχαν ανεγείρει και ναό προς τιμήν του «Ακρείτα Απόλλωνα», όπως γράφει ο Παυσανίας στα Λακωνικά του: «Λακεδαιμονίοις δε έστι μεν Απόλλωνος Ακρείτα βωμός»
    Εκτός, όμως, από τα στοιχεία αυτά, υπάρχουν και άλλα τα οποία οδηγούν σε ανατροπή της κρατούσας άποψης ότι η θέση της Ασίνης ήταν στην περιοχή της Κορώνης. Τα στοιχεία αυτά είναι:
     (α) Η μαρτυρία της παράδοσης, η οποία κάνει λόγο  για ύπαρξη της αρχαίας Ασίνης στην περιοχή της Φανερωμένης. Η παράδοση αυτή που μεταδίδεται από γενιά σε γενιά, εφόσον δεν έχει ανατραπεί με αδιάσειστα και αδιαφιλονίκητα αρχαιολογικά ή άλλα ευρήματα, εξακολουθεί να αποτελεί αξιόπιστη μαρτυρία για το συγκεκριμένο  ιστορικό γεγονός. Τα μέχρι τώρα επικαλούμενα από διαφόρους μελετητές αντίθετα επιχειρήματα δεν έχουν καταφέρει να κλονίσουν την αξιοπιστία της.
     (β) Η απόσταση των 40 σταδίων της Ασίνης από τον Ακρίτα, την οποία αναφέρει ο Παυσανίας («…κείται δε επί θαλάσσης  και αύτη (σημ: η Ασίνη)…σταδίων δε τεσσαράκοντα εστιν εκ Κολωνίδων εις αυτήν οδός, τοσαύτη δε και της Ασίνης προς Ακρίταν» (Βιβλ.4, κεφ. 34,7). Αν μετατρέψουμε τα στάδια σε χιλιόμετρα, θα δούμε ότι τα 40 στάδια αντιστοιχούν σε 8 χιλιόμετρα περίπου, δηλαδή όσο περίπου απέχει η Φανερωμένη από  τον Ακρίτα (40 στάδια Χ 184,87μ. το κάθε στάδιο=7.935μ.). Η απόσταση αυτή δένει την περιγραφή του Παυσανία με την άποψη ότι η Ασίνη ήταν στην περιοχή της Φανερωμένης. Αντίθετα, η τοποθέτηση της Ασίνης στην Κορώνη δεν ανταποκρίνεται στην περιγραφή του Παυσανία, καθόσον η απόστασή της (της Κορώνης) από τον Ακρίτα είναι υπερδιπλάσια.    
     (γ) Τα συγκεκριμένα αρχαιολογικά ευρήματα στην περιοχή της Φανερωμένης, στα οποία αναφέρεται ο Κ. Μπεμπόνης πριν από έναν αιώνα στο έργο του «Κορώνης, ιστορικές σελίδες» (ερειπωμένα τείχη, σπασμένα ποικιλόχρωμα αγγεία, νομίσματα, κορμός γυναίκας, ψηφιδωτό πολυποίκιλτο). Σημειώνεται ότι ο Κ. Μπεμπόνης, σύμφωνα με την ιστοσελίδα «Κίνηση Ενεργών Πολιτών τέως Δήμου Κορώνης», γεννήθηκε στην Κορώνη το 1873 και πέθανε το 1932. «Σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και άσκησε το επάγγελμα του δικηγόρου. Πολέμησε στους βαλκανικούς πολέμους ως έφεδρος λοχαγός και τιμήθηκε με πολλά παράσημα, μεταξύ των οποίων και με τον αργυρούν σταυρό των Ιπποτών, διετέλεσε δε και πρόεδρος της Κοινότητας Κορώνης».
     Από την ιστόρηση αυτή  προκύπτει ότι ήταν μία  αξιόλογη προσωπικότητα και, επομένως, η αναφορά του σε συγκεκριμένα αρχαιολογικά ευρήματα που ήλθαν στο φως στην εποχή του στην περιοχή της Φανερωμένης θα έπρεπε να τύχει ιδιαίτερης προσοχής  εκ μέρους τόσο των αρχαιολόγων  όσο και εκείνων που ασχολούνται με το θέμα της τοποθεσίας της μεσσηνιακής Ασίνης, της οποίας, όμως, φαίνεται ότι δεν έχει τύχει. Αν, μάλιστα, ληφθεί υπόψη ότι ο Μπεμπόνης καταγόταν από την Κορώνη και, παρά ταύτα, δεν δίστασε να υποστηρίξει «ακραδάντως» ότι η Αρχαία Ασίνη βρισκόταν στην περιοχή της Φανερωμένης, τότε η μαρτυρία του έχει οπωσδήποτε ιδιαίτερη σημασία.
    (δ) Η περιοχή της Φανερωμένης ήταν (και είναι) ιδανικός τόπος για ίδρυση οικισμού. Είναι παραθαλάσσια με μικρό φυσικό λιμάνι, βρίσκεται πλησίον θαλάσσιων διαδρομών, διαθέτει εύφορη ενδοχώρα για καλλιέργειες, συνορεύει με βουνό χρήσιμο για την ξυλεία του και την κτηνοτροφία και, το σπουδαιότερο, διέθετε και διαθέτει άφθονα νερά, βασική προϋπόθεση για την ίδρυση ενός οικισμού. Πολλά από αυτά δεν τα διέθετε η Κορώνη και, επομένως, λογικό ήταν οι Σπαρτιάτες να την απορρίψουν ως τόπο εγκατάστασης των Ασιναίων και να προτιμήσουν την περιοχή της Φανερωμένης.
     (ε) Στην εν λόγω περιοχή προϋπήρχε οικισμός (το Ρίο) και αυτό διευκόλυνε τα πράγματα, διότι δεν θα ήταν αναγκασμένοι οι Ασιναίοι να ξεκινήσουν από το μηδέν τη δημιουργία του οικισμού τους.
    (στ) Οι πλείστοι από αυτούς που υποστηρίζουν την άποψη ότι η Ασίνη βρισκόταν στη θέση της σημερινής Κορώνης δεν προσκομίζουν επιχειρήματα που να τεκμηριώνουν αδιαμφισβήτητα την άποψή τους. Απλώς αναπαράγουν την άποψη αυτή, ενώ  από την άλλη παραβλέπουν ή αγνοούν τα σημαντικά αρχαιολογικά ευρήματα  στην περιοχή της Φανερωμένης που αναφέρει ο Κ. Μπεμπόνης. Πρέπει, πάντως, να σημειωθεί ότι όσοι ασχολούνται σοβαρά με την Ασίνη και υιοθετούν την άποψη περί Κορώνης κάνουν πάντα λόγο για «κρατούσα» άποψη, μη αποκλείοντας έτσι το ενδεχόμενο να ήταν αλλού.   
    (ε) Οι χαρτογράφοι του 17ου και 18ου μ. Χ. αιώνα τοποθετούν στους χάρτες τους την Ασίνη ακριβώς στην περιοχή της Φανερωμένης.  Εδώ τοποθετεί την Ασίνη (όπως και το Μεσσηνιακό Ρίο) και ο Ρήγας Φεραίος στην περίφημη «Χάρτα της Ελλάδος» που τύπωσε στη Βιέννη μεταξύ των ετών 1796 και 1797, με βάση τον Χάρτη της Αρχαίας Ελλάδος του Γάλλου χαρτογράφου GuilDesisle, ο οποίος τυπώθηκε στο Παρίσι το 1707 (βλ. Δ. Καραμπερόποπουλος «Η Μεσσηνία στη Χάρτα του Ρήγα Βελεστινλή», Μεσσηνιακά   Χρονκά, τόμ. 1, 1999, σ. 64-71).
 (στ) Η αναφορά της Jacqueline Christien, Γαλλίδας καθηγήτριας ελληνικής ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Nanterre Paris X Nanter, ότι «Η κατοίκηση του ακρωτηρίου Ακρίτας διαφυλάχθηκε με την εκεί εγκατάσταση κατοίκων της Ασίνης που εκδιώχθηκαν από την Αργολίδα» (βλ. Η κοινωνία των Λακεδαιμονίων» στο αφιέρωμα «Αρχαία Σπάρτη» του περιοδικού «Ιστορικά» της Ελευθεροτυπίας). Η αναφορά αυτή («η κατοίκηση του ακρωτηρίου  Ακρίτας») παραπέμπει ευθέως στην περιοχή της  Φανερωμένης, όχι της Κορώνης.
    Από όσα αναφέρθηκαν προηγουμένως, κατανοεί κανείς ότι η κρατούσα άποψη για ίδρυση της Ασίνης στην περιοχή της σημερινής Κορώνης δεν στηρίζεται σε στέρεα ερείσματα. Αντίθετα η εκδοχή που υποστηρίζει ότι η Ασίνη ιδρύθηκε στην περιοχή της Φανερωμένης Βασιλιτσίου  έχει πολλά υπέρ αυτής, τα οποία και οδηγούν αβίαστα στην υιοθέτησή της.

(Από το βιβλίο του Βασιλείου Γούλα "Βασιλίτσι-ιστορία ενός Ακρίτα")

Σάββατο 23 Ιανουαρίου 2016

    
ΟΝΟΜΑΣΤΙΚΗ ΕΟΡΤΗ ΄Η ΓΕΝΕΘΛΙΑ;

Ο κ. Στέφανος Κασιμάτης δημοσίευσε στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ της 6ης Ιανουαρίου τ.έ. και στη συνήθη στήλη του κείμενο με τίτλο «Ζήτω τα γενέθλια, κάτω η γιορτή». Στο κείμενο αυτό υπεραμύνεται της καθιέρωσης, ως ετήσιας εορτής για κάθε άνθρωπο, της ημερομηνίας των  γενεθλίων του, αντί της ονομαστικής εορτής του. Ως επιχειρήματα χρησιμοποιεί τα εξής (εν συντομία) : α)  Όλοι γνωρίζουμε ότι η ζωή είναι μια φορά και , κατά συνέπεια, η ημερομηνία της γέννησης είναι προφανώς σημαντικότερη από μια ημερομηνία που η οποιαδήποτε θρησκευτική παράδοση έχει συνδέσει με το όνομά του. β) Η ονομαστική εορτή είναι μία εορτή ενοχλητική, αφού το όνομα του καθενός είναι γνωστό και δίνει την ευκαιρία σε τρίτους να καλλιεργήσουν τη σχέση τους με τον εορτάζοντα δια των ευχών. Είναι,  δηλαδή, μια δημόσια γιορτή, εν αντιθέσει  με τα γενέθλια που  είναι κατεξοχήν ιδιωτική  και μπορούν να τη γνωρίζουν μόνον  όσοι εμείς θέλουμε. γ) Ο εορτασμός των γενεθλίων είναι μια γιορτή ελεύθερης βούλησης: εσύ διαλέγεις εκείνους που θέλεις. Η ονομαστική εορτή , όμως, είναι μια σύμβαση που αποκλείει την ελεύθερη βούληση.
    Επί των επιχειρημάτων του κ. Κασιμάτη επιτρέψτε μου να αντιτάξω τα ακόλουθα:
α) Για τους χριστιανούς το όνομα στον άνθρωπο δίδεται με το βάπτισμα και το γεγονός της βάπτισης έχει μεγαλύτερη σημασία γι αυτούς από το γεγονός  της γέννησης, γιατί ενδύονται τον Χριστό και μεταβαίνουν από τη φθορά στην αφθαρσία (όσοι εις Χριστόν εβαπτίσθητε, Χριστόν ενεδύσασθε»). Η γέννηση είναι μία πράξη φυσιολογική, φέρουσα το στίγμα της προπατορικής αμαρτίας, ενώ, αντίθετα, το βάπτισμα είναι μια πράξη καθαρτική και μία νέα δημιουργία του ανθρώπου, καλύτερη από την πρώτη. Επομένως, γι αυτούς έχει μεγα-λύτερη σημασία να εορτάζουν την ημέρα που εορτάζει ο Άγιος, το όνομα του οποίου πήραν κατά το βάπτισμα, γιατί συμβολίζει την αναγέννησή τους, παρά την ημερομηνία της γέννησής τους που είναι απλώς ένα τυχαίο χρονολογικό γεγονός. Άλλωστε η ζωή γι αυτούς δεν «είναι μία φορά» (επί γης), αλλά έχει και συνέχεια (εν ουρανοίς), και το όνομα που πήραν κατά το βάπτισμα θα τους συνοδεύει και στην άλλη ζωή. 
β) Πράγματι, η ονομαστική εορτή είναι «δημόσια» εορτή, όπως είναι και το βάπτισμα και γι αυτό μπορούν και πρέπει να χαρούν και να συγχαρούν όχι μόνο ο εορτάζων, αλλά και όλοι οι συγγενείς  και οι φίλοι, γιατί θυμίζει την εν Χριστώ αναγέννηση προσφιλούς προσώπου. Κατά το σημείο αυτό, η ονομαστική εορτή έχει και τη (θετική, όχι αρνητική) κοινωνική της σημασία, αφού δίνει την ευκαιρία κοινωνικοποίησης των ανθρώπων. Σε καμιά δε περίπτω-ση δεν είναι «σύμβαση που αποκλείει την ελεύθερη βούληση». Μπορεί άνετα όποιος θέλει να μην εορτάζει, να μη δέχεται ευχές, να μην απαντάει στο τηλέφωνο κλπ.
     Είναι σεβαστή, βέβαια, η προτίμηση του κ. Κασιμάτη να εορτάζει την ημέρα των γενεθλίων του, όπως και κάθε άλλου. Όμως, ο εορτασμός της ονομαστικής εορτής, και στην περίπτωση, ακόμη, που τον εκλάβουμε απλώς ως μία θρησκευτική παράδοση, είναι μία ωραία παράδοση, που τηρείται αιώνες τώρα, συνδέεται με τη φυλή μας και δεν βλέπω το λόγο, για τον οποίο πρέπει να αρχίσουμε να φωνάζουμε ή να γράφουμε «κάτω η (ονομαστική) γιορτή». Όποιος θέλει να μην εορτάζει την εορτή αυτή, για οποιονδήποτε λόγο και ιδίως αν τη θεωρεί «σύμβαση που αποκλείει την ελεύθερη βούλησή» του, είναι ελεύθερος να μην την εορτάζει και να εορτάζει τα γενέθλια του ή οποιαδήποτε άλλη σημαντική γι αυτόν ημέρα και ουδέν πρόβλημα. Όπως είναι ελεύθερος και να την εορτάζει όποιος θέλει, αν θεωρεί ότι η ονομαστική εορτή του είναι σημαντική γι αυτόν και ότι δεν αποτελεί «σύμβαση που αποκλείει την ελεύθερη βούλησή» του. Επομένως, ούτε «ζήτω τα γενέθλια» ούτε «κάτω η γιορτή». Ο καθένας ανάλογα με τα «πιστεύω» του και το τι εκφράζει γι αυτόν η μία ή η  άλλη ημέρα.  (Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Καθημερινή" της 22/1/2016)                                                                                                                                               
                                                                                                  

Παρασκευή 1 Ιανουαρίου 2016

ΟΙ ΣΥΝΤΑΞΕΙΣ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ, Ο ΕΝΙΑΙΟΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΟΣ ΦΟΡΕΑΣ 
 ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑ

                                                                         Βασίλειος Γούλας, τ. Δ/ντής  Συντάξεων στο ΓΛΚ

     Στα πλαίσια της αναμόρφωσης του ασφαλιστικού συστήματος η κυβέρνηση φαίνεται πως έχει αποφασίσει τη θέσπιση ενός (ενιαίου) εθνικού φορέα κοινωνικής ασφάλισης, με ένταξη σ’ αυτόν όλων των φορέων κύριας και επικουρικής ασφάλισης και εφάπαξ παροχών (διοικητική  ενοποίηση), μετά  από ουσιαστική ενοποίηση του υπάρχοντος καθεστώτος κοινωνικής ασφάλισης, χωρίς καμία εξαίρεση.
       Η απόφαση αυτή, κατά το μέρος που αφορά το Δημόσιο, δεν είναι, κατά την άποψή μου, συμβατή με το Σύνταγμα, καθ’ όσον από το συνδυασμό των διατάξεων της παρ. 2 του άρθρου 73’, της παρ. 4 του άρθρου 78 και των περιπτ. γ΄ και ε΄ της παρ. 1 του άρθρου 98 προκύπτουν τα ακόλουθα:
      (1) Το Δημόσιο, ως νομικό πρόσωπο,  ΑΠΟΝΕΜΕΙ (που σημαίνει κανονίζει και πληρώνει δια του Υπουργείου Οικονομικών-ΓΛΚ ) συντάξεις σε ορισμένες κατηγορίες προσώπων. Την εν λόγω αρμοδιότητα δεν μπορεί ο κοινός νομοθέτης να την πάρει απ’ αυτό και να την μεταφέρει σε Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης (ΦΚΑ), λόγω της κατίσχυσης του Συντάγματος έναντι οιουδήποτε άλλου νόμου.
     (2) Για τα νομοσχέδια που αφορούν τις συντάξεις αυτές, καθώς και τις συντάξεις των ΟΤΑ και άλλων ΝΠΔΔ που ακολουθούν το συνταξιοδοτικό καθεστώς του Δημοσίου, τηρείται ειδική διαδικασία, η οποία απαιτείται από το Σύνταγμα, ενώ δεν προβλέπεται η διαδικασία αυτή για τα νομοσχέδια που αφορούν συντάξεις ΦΚΑ. Δηλαδή, πριν ένα νομοσχέδιο συνταξιοδοτικού περιεχομένου κατατεθεί στη Βουλή, πρέπει να γνωμοδοτήσει επί του περιεχομένου του η Ολομέλεια του Ελεγκτικού Συνεδρίου και η γνωμοδότησή της  κατατίθεται στη Βουλή μαζί με το νομοσχέδιο. Αυτό δεν ισχύει για τα νομοσχέδια που αφορούν συντάξεις των ΦΚΑ.                                
   (3) Η εκδίκαση των ενδίκων μέσων για διαφορές σχετικές με την απονομή των ανωτέρω συντάξεων υπάγεται στη δικαιοδοσία  του Ελεγκτικού Συνεδρίου, ενώ, αντίθετα, η εκδίκαση των διαφορών που απορρέουν από τις συντάξεις που απονέμουν οι ΦΚΑ,  υπάγεται στην αρμοδιότητα των διοικητικών δικαστηρίων.
    (4) Η απονομή των εν λόγω συντάξεων ρυθμίζεται μόνο με νόμο και δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο νομοθετικής εξουσιοδότησης, όπως, αντίθετα, συμβαίνει στην περίπτωση των συντάξεων που απονέμουν οι ΦΚΑ,
     Αυτά και μόνο καθιστούν μη υλοποιήσιμη την πρόταση για υπαγωγή των συντάξεων του Δημοσίου στον προτεινόμενο ενιαίο ασφαλιστικό φορέα (με παράλληλη ενοποίηση  των συνταξιοδοτικών καθεστώτων).
      Πέραν, όμως, αυτών, υπάρχουν και άλλοι λόγοι που καθιστούν μη εφαρμόσιμη την εν λόγω πρόταση. Συγκεκριμένα:
     (α) Το Δημόσιο δεν είναι φορέας κοινωνικής ασφάλισης με την κυριολεκτική έννοια του όρου, γι’ αυτό και οι συντάξεις που χορηγεί, καίτοι αποσκοπούν στο σκοπό που αποσκοπούν και οι συντάξεις που χορηγούν οι ΦΚΑ, διέπονται από ειδικές διατάξεις.
   (β) Το Δημόσιο απονέμει, ως ύψιστη υποχρέωσή του, συντάξεις σε αναπήρους και θύματα πολέμου, καθώς και σε αγωνιστές της Εθνικής Αντίστασης, όπως, επίσης, και τιμητικές-προσωπικές συντάξεις (σε εξαιρετικές περιπτώσεις), χωρίς  οι δικαιούχοι αυτοί να έχουν διατελέσει ποτέ ασφαλισμένοι στο Δημόσιο. Τέτοιες συντάξεις δεν χορηγούν οι ΦΚΑ, γιατί  είναι έξω από το πνεύμα και το σκοπό τους, αφού βασική προϋπόθεση σ’ αυτούς για τη χορήγηση σύνταξης είναι η ύπαρξη ασφαλιστικού δεσμού.
   (γ) Το καθεστώς, το οποίο διέπει τις συντάξεις που χορηγεί το Δημόσιο στους δημοσίους υπαλλήλους (πολιτικούς και στρατιωτικούς) δεν μπορεί σε πολλά σημεία να ταυτιστεί (ενοποιηθεί) με το καθεστώς των ΦΚΑ, γιατί πρόκειται για διαφορετικές περιπτώσεις που συνεπάγονται και διαφορετική μεταχείριση. Για παράδειγμα: Στο  Δημόσιο έχουν θεσπισθεί ορισμένες αυστηρές διατάξεις, η παράβαση των οποίων συνεπάγεται απώλεια του συνταξιοδοτικού δικαιώματος για τον παραβάτη δημόσιο υπάλληλο. Τέτοιες περιπτώσεις είναι π.χ. η  αδικαιολόγητη αποχή του υπαλλήλου από τα καθήκοντά του ή η απόταξη του στρατιωτικού για λιποταξία.  Το ίδιο ισχύει και  όταν οι δικαιούχοι σύνταξης από το Δημόσιο καταδικασθούν αμετάκλητα σε ποινή κάθειρξης για κλοπή, πλαστογραφία, απάτη, δωροδοκία κλπ. για αδικήματα που στρέφονται κατά του Δημοσίου ή των ΝΠΔΔ. Η απώλεια, μάλιστα, της σύνταξης επέρχεται ακόμα και όταν η αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση εκδοθεί, ενώ ήδη ο δικαιούχος έχει πάρει τη σύνταξή του.
    Τέτοιες διατάξεις δεν υπάρχουν στους ΦΚΑ, γιατί οι ασφαλισμένοι σ΄ αυτούς απλώς συνδέοντα ασφαλιστικά με τον φορέα τους, ενώ οι δημόσιοι υπάλληλοι  τελούν σε υπαλληλικό δεσμό με το Δημόσιο που τους συνταξιοδοτεί.  Δεσμό, ο οποίος συνεπάγεται όχι μόνο δικαιώματα (μισθοδοσία, συ-νταξιοδότηση), αλλά και σωρεία υποχρεώσεων έναντι αυτού, ως νομικού προσώπου, και του κοινωνικού συνόλου, γενικότερα, που τους μισθοδοτεί.



Σάββατο 6 Απριλίου 2013

                                              ΑΠΟ ΤΑ ΚΑΛΑ ΠΟΥ ΕΧΟΥΜΕ.  (1)

       Η φυλή μας μπορεί να έχει (και έχει ) πολλά μειονεκτήματα. Έχει, όμως, και αρκετά πλεονεκτήματα που δεν τα συναντάς εύ-κολα σε άλλους λαούς, ιδιαίτερα στους κεντροευρωπαίους. Ένα από αυτά είναι ο θεσμός της οικογένειας. Όχι πως και στους άλ-λους λαούς δεν υπάρχει ο θεσμός αυτός, απλά δεν συναντάς εύ-κολα τόσο δέσιμο μεταξύ των μελών της, όσο στον ελληνικό λαό. 
      Το δέσιμο αυτό ήταν ένας από τους βασικούς παράγοντες που κράτησε όρθια τη φυλή μας στις μεγάλες συμφορές και τρικυμίες που έχει περάσει στη μακραίωνη ιστορία της. Παρατηρείται δε και τούτο το παράξενο: Όσο πιο δύσκολες είναι οι περίοδοι που περνάει η χώρα μας, τόσο δένεται η οικογένεια.Έτσι αντιμετωπί-ζει τις δυσκολίες με λιγότερο πόνο και λιγότερο δάκρυ.
      Το φαινόμενο αυτό το διαπιστώνουμε ξανά και στη δύσκολη περίοδο που περνάμε τώρα. Αν δεν ήταν η οικογένεια να βοηθάει το ένα μέλος της το άλλο, ποιός ξέρει πόσο δύσκολη ακόμη θα ή-ταν η ζωή για αρκετούς από τους Έλληνες.
       Το συμπέρασμα; Να βοηθήσουμε όλοι να διατηρηθεί ο πολύ-τιμος αυτός θεσμός-δεσμός. Είναι μια εξαιρετική ασπίδα σ' όλες τις δυσκολίες μας 

Σάββατο 8 Σεπτεμβρίου 2012

ΠΕΝΗΝΤΑ ΤΕΣΣΕΡΑ ΧΡΟΝΙΑ - ΕΝΑ ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ 

    Οκτώ (8) Σεπτεμβρίου. Εορτή της γέννησης της Θεοτόκου.
Εορτάζει ο ναός της Νέας Κορώνης και παράλληλα  γίνεται εμποροζωοπανήγυρη.
    Οκτώ (8) Σεπτεμβρίου 1958.
Τη μέρα αυτή έφυγα με λεωφορείο από το χωριό μου, φτωχό χωριατόπαιδο,  για να δώσω εισαγωγικές εξετάσεις στο Πανεπιστήμιο Αθηνών (Νομική- Θεολογία-Φιλολογία). Χωρίς φροντιστήρια, αλλά με πολύ διάβασμα κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού.
     Περνώντας έξω από τον εορτάζοντα ναό παρακάλεσα το Θεό και την Παναγία να με βοηθήσουν να πάω καλά στις εξετάσεις μου. Με τη βοήθειά τους πήγα πολύ καλά. Πέτυχα Νομική, Θεολογία και επιλαχών στη Φιλολογία.
    Οκτώ (8) Σεπτεμβρίου 2012.
Μετά από πενήντα τέσσερα χρόνια έτυχε να είμαι στο χωριό μου την ημέρα αυτή. Θεώρησα υπέρτατη υποχρέωσή μου να πάω στη Νέα Κορώνη να ευχαριστήσω, μέσα από τον εορτάζοντα ναό αυτή τη φορά, το Θεό και την Παναγία για τη βοήθειά τους. Μετά από 54 χρόνια ένα μεγάλο επιτόπιο ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ !

Πέμπτη 7 Ιουνίου 2012

                                                   ΚΡΑΤΟΣ - ΧΙΟΝΑΝΘΡΩΠΟΣ

          Τα καταφέραμε μια χαρά! Φτιάξαμε ένα κράτος-χιονάνθρωπο! Ένα κράτος που καθημερινά λιώνει όπως λιώνει ο χιονάνθρωπος στη θερμοκρασιακή αλλαγή του περιβάλλοντος. Χωρίς υποδομές, χωρίς θεμέλια, χωρίς αντανακλαστικά σύνδρομα, χωρίς δύναμη αντίστασης, χωρίς συνεκτικό ιστό, χωρίς ικμάδα, χωρίς ζωή!
             Αναμφίβολα την ευθύνη την έχουν οι πρωτομάστορες. Αυτοί που κυβέρνησαν τη χώρα, χωρίς να ξέρουν πως κυβερνιέται μια χώρα. Αυτοί που έθεσαν το προσωπικό τους συμφέρον πάνω από το συμφέρον του λαού και της πατρίδας. Αυτοί που με τις πράξεις ή τις παραλήψεις τους, τα λάθη ή τις σκόπιμες ενέργειές τους μας οδήγησαν εδώ που φτάσαμε.
       Όμως δεν φταίνε μόνον αυτοί. Φταίνε και οι πολιτικοί που δεν κυβέρνησαν. Γιατί δεν περιορίστηκαν μόνο στο να κρίνουν, να προτείνουν και να καταγγέλουν όσα στραβά και ανάποδα έκαναν οι κυβερνώντες. Αντέδρασαν ,και μάλιστα πολλές φορές με μανία, και σε όσα καλά έκαναν ή προσπάθησαν να κάμουν, αποσκοπώντας στα δικά τους μικροπολιτικά συμφέροντα κι αδιαφορώντας για το καλό της χώρας. Συνυπεύθυνοι, επομένως, κι αυτοί στο μέτρο που τους αναλογεί για τα χάλια μας.
            Συνυπεύθυνοι, ακόμη, για το κράτος-χιονάνθρωπο που φτιάξαμε είμαστε και όλοι εμείς. Όχι μόνο για τις επιλογές μας, αλλά και για τις καθημερινές μας συμπεριφορές. Μεγάλη μερίδα του λαού έχει τελείως στρεβλή εικόνα για τη δημοκρατία, για το νόμο, το δίκαιο, το ηθικό. Θεωρεί ως δημοκρατικό, νόμιμο, δίκαιο και ηθικό μόνο ό,τι εξυπηρετεί τα δικά της συμφέροντα. Ό,τι δεν τα εξυπηρετεί είναι αντιδημοκρατικό, παράνομο, άδικο και ανήθικο. Θεωρεί ότι έχει μόνο δικαιώματα και ξεχνά τις υποχρεώσεις της. Έτσι, δεν είναι μόνο το πολιτικό σύστημα που έχει σαπίσει. Έχει σαπίσει και η κοινωνία που αποτελεί το "άλας" της υπόστασης μας ως χώρας.. "Και αν το άλας μωρανθεί εν τίνι αλισθήσεται; ", όπως λέει και το Ευαγγέλιο.
            Το κράτος- χιονάνθρωπος είναι στο τέλος του. Καιρός να φτιάξουμε ένα καινούργιο κράτος χωρίς λαμόγια, αλλά και χωρίς λαοπλάνους. Και οι πρώτοι και οι δεύτεροι βλάπτουν εξ ίσου τη χώρα.
          

Παρασκευή 4 Μαΐου 2012


    170  ΧΡΟΝΙΑ
                          ΓΕΝΙΚΟ ΛΟΓΙΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ
         
          Λέγεται συχνά –και όχι άδικα – ότι το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους (ΓΛΚ) αποτελεί την καρδιά της κρατικής μηχανής. Κι αυτό, γιατί, όπως η καρδιά, έτσι και το Γενικό Λογιστήριο είναι επιφορτισμένο, κυρίως, να ρυθμίζει την κυκλοφορία (διάθεση) του αναγκαίου οξυγόνου (αναγκαίων πιστώσεων)  στους φορείς του Δημοσίου για την ύπαρξη και λειτουργία τους.
          Η ιστορία του ανατρέχει στη σύσταση του νεώτερου ελληνικού κράτους. Όμως, και πριν από τη σύστασή του ελληνικού κράτους οι πρωτεργάτες για την αποτίναξη του τουρκικού ζυγού είχαν διείδει και επισημάνει την αναγκαιότητα μιας τέτοιας υπηρεσίας. Ήδη ο Ρήγας Φερραίος στο συνταγματικό σχεδίασμα που συνόδευε την Προκήρυξή του προς τους Έλληνες το 1797 έκανε λόγο για «Θησαυροφυλάκιον του  Έθνους», το οποίο χαρακτήριζε ως το «μεσαίτατον κέντρον των εισοδημάτων και των εξόδων της δημοκρατίας». Ανάλογες προβλέψεις υπάρχουν και στα συνταγματικά κείμενα της Α΄, Β΄ και Γ΄ Εθνικής Συνέλευσης μεταξύ των ετών 1222-1827.
Εν τω μεταξύ,με θέσπισμα του Βουλευτικού της 14.7.1824 ιδρύεται το Εθνικό Ταμείο, στο οποίο ανατίθεται η είσπραξη των δημοσίων εσόδων και η ενέργεια των πληρωμών. Για τη  διαχείριση του ταμείου προβλέπεται τριμελής επιτροπή. Επί Καποδίστρια (διάταγμα 133/3.2.1828) το Εθνικό Ταμείο μετονομάζεται σε Γενικό Ταμείο και θεσπίζονται νέες διατάξεις για την τήρηση των βιβλίων του, την είσπραξη των δημοσίων εσόδων και την πληρωμή των δημοσίων δαπανών. Κατά το διάστημα αυτό η διαχείριση των οικονομικών της χώρας ανατίθεται στην Επιτροπή της Εθνικής Χρηματιστικής Τράπεζας.
Επί της Αντιβασιλείας του Όθωνα ελήφθησαν δύο μεγάλης σημασίας νομοθετικά μέτρα που είχαν σχέση με τα δημόσια οικονομικά. Το ένα είναι η ίδρυση του Ελεγκτικού Συνεδρίου (1833) και το άλλο ο Οργανισμός των Δημοσίων Ταμείων (1834). Πάντως, σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να γίνει λόγος για τάξη και ευρυθμία στα δημόσια οικονομικά. Αυτό, άλλωστε, ομολογείται και στην αιτιολογική έκθεση του διατάγματος με το οποίο συνεστήθη το Γενικό Λογιστήριο. Συγκεκριμένα αναφέρεται ότι «…η συγκέντρωσις του Δημοσίου Λογιστικού, ήτις κατά το Διάταγμα της 6/18 Φεβρουαρίου 1834 εγείνετο μέχρι τούδε παρά τω Γενικώ Ταμείω, δεν ενεργείται ευστόχως…»

Η ίδρυση του Γενικού Λογιστηρίου.
Το Γενικό Λογιστήριο, συνεστήθη το 1842 με  διάταγμα της 17 Σεπτεμβρίου «Περί συστάσεως Γενικού Λογιστηρίου παρά τη Γραμματεία των Οικονομιών» που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 23/6.10.1842. Στο άρθρο 1 του διατάγματος αυτού ορίζεται ότι «Συσταίνεται εντός της Ημετέρας επί των Οικονομικών Γραμματείας  Γενικόν Λογιστήριον υπό τας αμέσους διαταγάς του προϊσταμένου αυτής» και στη συνέχεια καθορίζονται οι αρμοδιότητες της νέας υπηρεσίας και ορίζεται το προσωπικό της. Αυτό αποτελείτο από 1 Διευθυντή, 2 Παρέδρους, 2 Υπουργικούς Γραμματείς α΄ τάξεως, 3 Υπουργικούς Γραμματείς β΄ τάξεως και 4 Γραφείς. Όμως κρίθηκε πολύ σύντομα ανεπαρκές κι έτσι το 1846 ο αριθμός των υπαλλήλων αυξήθηκε.
 Σημαντικός σταθμός στην ιστορία του Γενικού Λογιστηρίου και παράλληλα στη διοίκηση των δημοσίων εσόδων και τον έλεγχο των δημοσίων δαπανών απετέλεσαν το Διάταγμα της 15.10.1852 « προς εκτέλεσιν του περί λογιστικού νόμου…», το Διάταγμα της 15.10.1852 «περί της εσωτερικής υπηρεσίας του Γενικού Λογιστηρίου» και, ιδιαίτερα, ο νόμος ΣΙΒ΄ του 1851 «περί της διοικήσεως των δημοσίων εσόδων και εξόδων και περί  δημοσίου λογιστικού». Ο νόμος αυτός με ορισμένες τροποποιήσεις ίσχυσε μέχρι το 1969.
Με τα ανωτέρω νομοθετήματα ανετέθησαν σημαντικές αρμοδιότητες στο Γενικό Λογιστήριο πάνω σε θέματα διαχείρισης του δημοσίου πλούτου και εφαρμογής του δημοσίου λογιστικού. Ακόμη ανετέθη σ’ αυτό η κατάρτιση του ετήσιου προϋπολογισμού εσόδων-εξόδων του κράτους, η κατάρτιση του ετήσιου απολογισμού και η υποβολή αυτών στη Βουλή από τον Υπουργό Οικονομικών προς ψήφιση. Τέλος ρυθμίσθηκαν συστηματικά τα της εσωτερικής λειτουργίας του.
Με διατάγματα του 1864 και του 1866 το Γενικό Λογιστήριο αποτελεί ανεξάρτητη αρχή, με προσωπικό καθοριζόμενο με ιδιαίτερο νόμο, με δικό του πρωτόκολλο, και δικό του αρχείο. Τα εξερχόμενα, όμως, έγγραφα υπογράφονται από τον υπουργό Οικονομικών, ενώ ο Διευθυντής του Γενικού Λογιστηρίου υπογράφει με εντολή του Υπουργού Οικονομικών τα έγγραφα που περιέχουν προπαρασκευαστικές επί των υποθέσεων ενέργειες.
Το 1892 το Γενικό Λογιστήριο μετονομάζεται σε Γενική Διεύθυνση Δημοσίου Λογιστικού , αλλά το 1895 λαμβάνει ξανά το αρχικό του όνομα, ενώ στο Διευθυντή του απονέμεται ο βαθμός και ο μισθός του Γενικού Γραμματέα Υπουργείου. Το 1922 μετατρέπεται σε Υπουργείο του Θησαυρού, αλλά μετ’ ολίγον καταργείται το υπουργείο αυτό και το Γενικό Λογιστήριο διατηρείται ως γενική διεύθυνση.
Σημαντικοί για το Γενικό Λογιστήριο υπήρξαν και οι νόμοι 914/1917 και 4796/1930. Με τον πρώτο απ’ αυτούς συνεστήθησαν λογιστικά γραφεία στους δευτερεύοντες διατάκτες των πολιτικών υπουργείων, δηλ. στους Νομάρχες, ενώ με τον δεύτερο υπήχθη η έγκριση και η εκκαθάριση των δαπανών κάθε Υπουργείου στο Γενικό Λογιστήριο, προκειμένου ο Υπουργός Οικονομικών να έχει άμεση γνώση των πραγματοποιούμενων δαπανών και να ασκείται κατά τρόπο ενιαίο ο έλεγχος της πληρότητας και νομιμότητας των σχετικών δικαιολογιτικών.
Το 1912 προσκαλείται στην Ελλάδα ο Γενικός Οικονομικός Επιθεωρητής του Υπουργείου Θησαυρού της Ιταλίας F. Zapelloni, για να αναλάβει, ως Διευθυντής του Γενικού Λογιστηρίου, την αναδιοργάνωσή του. Κατά τη διάρκεια της παραμονής του στη χώρα μας (1912-1915), ο Zapelloni πρόσφερε σημαντικές υπηρεσίες στην αναδιοργάνωση του Γενικού Λογιστηρίου, κυρίως με τις προτάσεις του που απετέλεσαν τη βάση πολλών μεταγενέστερων νόμων.
Κατά τη διάρκεια των 170 χρόνων ζωής του, το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους έχει προσφέρει αναμφίβολα σημαντικές υπηρεσίες στη χώρα μας και η ιστορία του συνδέεται άμεσα με τη δημοσιονομική ιστορία της Ελλάδας. Την προσφορά αυτή καλείται να συνεχίσει και σήμερα, εν μέσω επώδυνης κρίσης, με διευρυμένες μεν αρμοδιότητες και καλλίτερο μηχανολογικό εξοπλισμό, αλλά και με προσωπικό που έχει μειωθεί σημαντικά, έχει υποστή σοβαρή περικοπή αποδοχών και ζη με έντονη την αγωνία για το τί «τεύξεται η επιούσα». Πιστεύουμε ότι θα τα καταφέρει.

                                                                      Βασίλειος Γούλας
                                                                         τ. Δ/ντής ΓΛΚ